Αγροτική αντι-βία κατά της υποχρεωτικής κολλεκτιβοποίησης 1928-1932

Αγροτική αντι-βία κατά της υποχρεωτικής κολλεκτιβοποίησης 1928-1932

(ιδίως μέσα από την ανάγνωση του έργου της Lynne Viola “Peasant Rebels under Stalin-Collectivization and the Culture of Peasant Resistance”, Oxford University Press, 1996)

 

 

Του Δημήτρη Μπελαντή

«Το να επιτευχθεί, μέσω των μεθόδων της ΝΕΠ, η συμμετοχή όλου του πληθυσμού στο κίνημα των συνεταιρισμών είναι κάτι που προϋποθέτει μιαν ολόκληρη ιστορική εποχή (an entire historical epoch). Μπορεί να διαβούμε αυτήν την εποχή επιτυχημένα σε μια ή σε δύο δεκαετίες. Αλλά, σε κάθε περίπτωση, αυτό θα συνιστά μιαν ιδιαίτερη ιστορική εποχή, και χωρίς αυτήν την εποχή, χωρίς καθολική μόρφωση και αλφαβητισμό, χωρίς ένα επαρκή βαθμό διαφώτισης  και διδασκαλίας του πληθυσμού πώς να χρησιμοποιεί τα βιβλία, χωρίς την υλική βάση για όλα αυτά, χωρίς μια ορισμένη βεβαιότητα, ας πούμε για παράδειγμα, κατά της αποτυχίας της σοδειάς, κατά του λιμού και λοιπά, χωρίς όλα αυτά δεν θα επιτύχουμε τον σκοπό μας» (V.I. Lenin, Polnoe Sobranie -Άπαντα στην ρωσική γλώσσα, 5η έκδοση, Μόσχα 1958-1965, τόμος XLV, σελ. 372, παραπέμπεται σε Roy MedvedevLet History Judge” σελ. 74, απόδοση στα ελληνικά Δ.Μπ.)[1].

 

Εισαγωγή-βιβλιογραφία: Το ζήτημα της βίαιης αγροτικής αντίστασης στην υποχρεωτική κολλεκτιβοποίηση κατά την δεκαετία του 1930 και ιδίως στην κρίσιμη περίοδο των ετών 1928-1932 έχει αποτελέσει εκτενώς αντικείμενο παρουσίασης από Ρώσους-Σοβιετικούς ιστορικούς αλλά και από δυτικούς ιστορικούς της ΕΣΣΔ και παλαιότερα αλλά και πιο πρόσφατα. Προφανώς, είναι ένα ζήτημα με έντονες ιδεολογικές έριδες και αντιπαραθέσεις που ακουμπούν ακόμη και στο σήμερα. Στα πλαίσια αυτού του άρθρου, δεν μπορούμε να καταπιαστούμε συνολικά με το ζήτημα της σοβιετικής κολλεκτιβοποίησης της περιόδου 1928-1932, που το αντιμετωπίζουμε πιο συνολικά σε μια υπό έκδοση πολύ λεπτομερειακή μελέτη για την ΕΣΣΔ της περιόδου 1924-1939. Προφανώς, όμως, όπως θα φανεί, το άρθρο διαπερνάται από μια θεώρηση επικριτική και στην ουσία αλλά και στην μεθοδολογία της υποχρεωτικής κολλεκτιβοποίησης, όπως συνελήφθη αλλά και όπως πραγματοποιήθηκε. Το κείμενο του Λένιν που τίθεται στην αρχή του άρθρου πιστοποιεί ότι ο ίδιος ο Λένιν πίστευε και στην μεγάλη διάρκεια της ΝΕΠ αλλά και στον μακροχρόνιο, ειρηνικό και εθελοντικό τρόπο της ένταξης των αγροτών σε συνεταιρισμούς και συνεργατικές. Ιδίως στο, εκ των τελευταίων γραπτών του, κείμενό του “On Cooperation” («Για τον Συνεταιρισμό») του 1923, διαφαίνεται έντονα αυτή η προσέγγιση[2]. Η προσέγγιση αυτή του Λένιν κατά την ΝΕΠ, ριζικά αντίθετη προς την προγενέστερη της περιόδου του «πολεμικού κομμουνισμού» (1918-1921), ανακαλεί και την τοποθέτηση του Φρήντριχ Ένγκελς το 1894 για την ανάγκη εθελοντικής μετάβασης στον αγροτικό συνεταιρισμό και μεγάλης υλικής ενίσχυσης στους αγρότες από το σοσιαλιστικό κράτος στο έργο του «The peasant question in France and Germany” (βλ. σε www.marxists.org, Engels Archive, 1894).

Το ζήτημα της αγροτικής βίας έναντι της υποχρεωτικής κολλεκτιβοποίησης έχει απασχολήσει πολλούς ερευνητές και ιστορικούς κατά τις τελευταίες δεκαετίες και ιδίως από την κατάρρευση της ΕΣΣΔ το 1989 και μετά.

Αναφέρουμε εδώ ενδεικτικά ορισμένα έργα στα ρωσικά :

1) Του V.P.Danilov “ Sovetskaia dokolkhoznaia derevnia : naselenie, zemplepol’ zovanie, khozaistvo”, Μοscow 1977. Έχει μεταφρασθεί στα αγγλικά ως το Α’ τμήμα του έργου του V.P.Danilov “Rural Russia under the new regime”, 1988, Hutchinson Education- Indiana University Press.

2) Του N.A. Ivnitskii “Kollektivizatsiia sel ‘skogo khoziaistva v SSR -opyt, uroki, vyvodi”, Moscow 1988.

3) Των V.P.Danilov – N.A.Ivnitskii (eds) “Dokumenty svidetel’ stvuiut “ iz istorii derevni nakanune I v khode kollektivizatsii, 1927-1932 gg”, Moscow 1989, Politizdat.

4) Των V.P.Danilov – Lynne Viola-Roberta Manning (eds) “ Tragediia sovetskoii derevni: kollektivizatsiia I raskulichivanie. Dokumenty I materialy 1927-1939”, 5 vols, κυρίως συλλογή πηγών της περιόδου, Rosspen 1999-2006 κπα

 

Στον αγγλοσαξωνικό χώρο ειδικά, η αγροτική αντίσταση κατά της σοβιετικής εξουσίας κατά την κολλεκτιβοποίηση έχει μελετηθεί, μεταξύ άλλων, σε βάθος παλαιότερα από τον Moshe Lewin (“Russian Peasants and Soviet Power”, 1968, Νοrthwestern University Press,ιδίως σελ. 446 επ. και 482 επ.), πιο πρόσφατα από την Sheila Fitzpatrick (“ Stalin’s Peasants: Resistance and Survival in the Russian Village after Collectivization”, New York, Oxford University Press 1996) και ιδίως από την Lynne Viola στο έργο της ”Peasant Rebels under Stalin- Collectivization and the Culture of Peasant Resistance” (New York, Oxford University Press, 1996). Ορισμένα ενδιαφέροντα ιστορικά στοιχεία παρατίθενται και σε άλλους συγγραφείς όπως ο Stephen Kotkin (“Stalin 1929-1941 – waiting for Hitler”, Penguin 2017, ιδίως σελ. 28-29, 36-37-38, 41, 43, 49, 75, 87, 95, 102, 105, 106, 127-132), ο Robert Tucker στο έργο του ”Stalin II-The Revolution from Above 1928-1941”, Norton 1990, οι R.W. DaviesSt. Wheatcroft “The Years of Hunger-Soviet Agriculture 1931-1933”, Palgrave-Macmillan 2003 κ.ά. Επίσης, σε R. Conquest “The Harvest of Sorrow”, 1984. Όμως, ο Conquest πρέπει να διαβάζεται πολύ κριτικά και επιφυλακτικά λόγω του ακραίου ιδεολογικού αντικομμουνισμού του, όπως και η Αnne Applebaum στο πρόσφατο βιβλίο της «Ο Κόκκινος Λιμός – Ο πόλεμος του Στάλιν εναντίον της Ουκρανίας» (ελληνική έκδοση, Αθήνα 2019, Αλεξάνδρεια). Από μια θέση συνολικής υποστήριξης της στάσης του Στάλιν κατά των αγροτών, θυμίζουμε την τοποθέτηση (πολύ στρατευμένη και μαχητική και αυτή από την αντίστροφη φιλοσταλινική πλευρά) του Λούντο Μάρτενς «Μια άλλη ματιά πάνω στον Στάλιν», Σύγχρονη Εποχή 2014 {1994}, για την κολλεκτιβοποίηση ειδικά σελ. 85-148. Ο Μάρτενς ακολουθεί το Εγχειρίδιο Ιστορίας του κόμματος των Μπολσεβίκων (“History of the Communist Party of the Soviet Union (Bolshevics) – Short Course”), τις τοποθετήσεις του Στάλιν στα Άπαντά του και στο έργο του «Ζητήματα Λενινισμού» και ορισμένα άλλα έργα που υπερασπίζονται ή κρίνουν με θετικό τρόπο το έργο του Στάλιν (όπως εν μέρει το έργο του R.W.Davies “The socialist offensive-The collectivization of Soviet agriculture 1929-1930”, MacMillan Press 1980). Mία πολύ κριτική υπεράσπιση του έργου του Στάλιν, στα πλαίσια του οποίου και της κολλεκτιβοποίησης, και σε Domenico Losurdo ”History and Critique of a Black Legend” (Iskra Books 2023). Αντιθέτως, ο Grover Furr, με μεγάλη ένταση πολεμικής, επαναφέρει την κομματική τοποθέτηση της δεκαετίας του 1930 κατά την οποίαν η κολλεκτιβοποίηση ήταν κυρίως ένα αυθόρμητο και λιγότερο από τα πάνω καθοδηγημένο κίνημα των φτωχών αγροτών κατά των αγροτικών καπιταλιστών («κουλάκων») και της αντεπανάστασης[3]. Δηλαδή ότι η κολλεκτιβοποίηση ήταν η λογική συνέχεια των επαναστάσεων του 1917.

Στα πλαίσια αυτού του άρθρου, επιλέξαμε να αξιοποιήσουμε κυρίως την παρουσίαση και την αντίστοιχη προσέγγιση της Lynne Viola στο ζήτημα της αγροτικής βίαιης αντίστασης κατά της κολλεκτιβοποίησης. Για πολλούς λόγους. Και επειδή χρησιμοποιεί εξαντλητικά το ως τότε (1996) διαθέσιμο ρωσικό και σοβιετικό αρχειακό υλικό (GARF, Κρατικό Αρχείο της Ρωσικής Ομοσπονδίας, TsGAOR, σοβιετικό κρατικό αρχείο για την Ιστορία της ΕΣΣΔ και της Οκτωβριανής Επανάστασης, RTsKhlDNI, Ρωσικό Κέντρο για την Διατήρηση και Μελέτη των Ντοκουμέντων της Σύγχρονης Ιστορίας, πρώην αρχείο του Κομμουνιστικού Κόμματος, αργότερα ενσωματώθηκε στο αρχείο RGASPI, RGAE (Ρωσικό Κρατικό Αρχείο για την Οικονομία) κ.ά. Αλλά και επειδή, παρά το ότι απολύτως καμία ιστορική θεώρηση δεν απεκδύεται ιδεολογικών προδιαθέσεων, καταφέρνει να παραμείνει αρκετά κοντά στην σοβιετική κοινωνική πραγματικότητα, κατά την δική μας γνώμη πάντοτε, και χωρίς να υποτιμούμε προσεγγίσεις πιο φιλικές προς την σοβιετική εξουσία. Ακόμη, πράγμα σημαντικό για εμάς, κρατά μια σαφή κοινωνική συμπάθεια προς την ρωσική αγροτική κοινότητα, η οποία δυστυχώς δεν διαπερνά την μεγάλη πλειοψηφία των μαρξιστικών προσεγγίσεων, ορθόδοξων ή ετερόδοξων (ο M.Lewin αποτελεί μια εξαίρεση, όπως και η μπουχαρινική παράδοση γενικότερα). Σε γενικές γραμμές, όπως παράλληλα, από μια ιδιαίτερη μαρξιστική οπτική, ο M. Lewin και ο Μπετελέμ, η Viola υιοθετεί την άποψη ότι η αγροτική βία δεν ήταν ειδικά η βία μόνο ή αποκλειστικά του άρχοντος κοινωνικοοικονομικά αγροτικού στρώματος, των κουλάκων, με ή χωρίς εισαγωγικά, αλλά μια βία αποδεκτή και υποστηρίξιμη από την πλειοψηφία ή πάντως από ένα πολύ μεγάλο τμήμα του αγροτικού πληθυσμού. Παρά το ότι ορισμένες στατιστικές της εποχής της κολλεκτιβοποίησης δείχνουν το ποσοστό των «κουλάκων» ή ευπόρων αγροτών μεταξύ των βίαια αντιστεκόμενων αγροτών να είναι υψηλό, ιδίως στην Ουκρανία, η Viola υποστηρίζει ότι η έννοια του «κουλάκου» είναι τεχνητά διεσταλμένη από την σοβιετική εξουσία. Στην σελίδα 114 του έργου της αυτού αναφέρει:

«(οι βίαιοι αγρότες) προέρχονταν από όλα τα στρώματα της αγροτικής ζωής. Ήταν οι προσβεβλημένοι από την εξουσία (“insulted”) αλλά και οι τραυματισμένοι από αυτήν (“injured”), και μόνο υπό την έννοια της κρατικής πολιτικής που ήταν αυθαίρετη και οδηγούσε στο ξερίζωμα (“migratory”) μπορούσε να κατανοηθεί ως στάση «ταξικού εχθρού» – απόδοση στα ελληνικά δική μας.

Στο σημείο αυτό, η πολεμική εργαλειοποίηση της έννοιας «κουλάκος» από το κράτος (την στιγμή μάλιστα που η έννοια αυτή στην τρέχουσα γλώσσα της εποχής σήμαινε πολλά διαφορετικά πράγματα[4] και πέρα από τον μεγάλο αγροκτήμονα, όπως ο έμπορος του χωριού, ο κερδοσκόπος, ο τοκογλύφος, ο αγροτικός ηγέτης μέσα στο σχοντ, την συνέλευση του χωριού, ο αγροτικός διανοούμενος εύπορης καταγωγής κ.λπ.) παραγνώριζε και συγκάλυπτε αυτό που ιστορικοί όπως ο Moshe Lewin (οπ.π.) αλλά και ο Σαρλ Μπετελέμ («Οι ταξικοί αγώνες στην ΕΣΣΔ 1923-1930», τ.Β’, Κουκκίδα, Αθήνα 2010, α’ έκδοση, Αθήνα 1977, Ράππας, μετάφραση Γιάννη Κρητικού) έχουν θεμελιώσει, ότι δηλαδή :

  • Η ταξική διαφοροποίηση στο χωριό κατά την ΝΕΠ ήταν σημαντική αλλά όχι εξαιρετικά πολωτική ή πολύ βαθειά και ότι υπήρχαν και σοβαρές ισορροπίες συνύπαρξης μέσα στην αγροτική κοινότητα (για την ταξική διαφοροποίηση στην ύπαιθρο κατά την δεκαετία του 1920 βλ. ειδικά σε M.Lewin οπ.π. σελ. 41-81, Μπετελέμ ΙΙ οπ.π. σελ. 78-180).
  • Η διαχωριστική γραμμή μεταξύ μεσαίου αγρότη (serednyak) και κουλάκου ήταν εξαιρετικά θολή, ενώ οι περισσότεροι «κουλάκοι» ήταν εύποροι μεσαίοι αγρότες και όχι τεράστιοι ιδιοκτήτες και στην πλειοψηφία τους δεν απασχολούσαν πάνω από έναν αγρεργάτη ή και κανέναν. Ακόμη και η διαχωριστική γραμμή μεταξύ μεσαίου και φτωχού αγρότη (bednyak) ήταν αρκετά θολή.
  • Ο «κουλάκος», έστω με την από κράτος προσδιοριζόμενη έννοια, αυτήν των ευπόρων αγροτών, αντιστοιχούσε στο 3 % περίπου των αγροτικών νοικοκυριών και κατείχε το 10% περίπου της αγροτικής γης στην ΕΣΣΔ -αυτά σύμφωνα με τις μετρήσεις του επίσημου σοβιετικού Ινστιτούτου Αγροτικής Πολιτικής της Κομμουνιστικής Ακαδημίας κατά την ΝΕΠ (NAF). Είχε όμως πλεονεκτήματα πρόσβασης στην κρατική και ιδιωτική αγορά γιατί είχε αρκετά μεγαλύτερα αποθέματα σιτηρών κατά τον χρόνο πώλησης (καλοκαίρι-φθινόπωρο) και σε ορισμένες περιπτώσεις μόνο είχε και κάποια ζώα ή μηχανικό εξοπλισμό σε αντίθεση προς τους υπόλοιπους.

Συνεπώς, και αυτή την άποψη αποδέχεται και η Viola, η επιτάχυνση της κολλεκτιβοποίησης το 1929-1930, ιδίως μετά την απόφαση του Πολιτικού Γραφείου της 5ης-1-1930 και την έκδοση του διατάγματος της 30ης-1-1930 για την «ρευστοποίηση των κουλάκων ως τάξης» (liquidation of the kulaks as a class”) στρεφόταν βασικά κατά του μεσαίου αγρότη και αυτού την αντίσταση έπρεπε να υπερνικήσει, να κάμψει ή και να τσακίσει βίαια. Ο «κουλάκος» ως μεγάλος ιδιοκτήτης στην πραγματικότητα ήταν σπάνιο φαινόμενο και κυρίως αντιστοιχούσε στην προς τα πάνω υποδιαίρεση του μεσαίου αγρότη (“better of’’), ενώ ο φτωχός αγρότης ή ο αγρεργάτης συχνά υποστήριζαν την κολλεκτιβοποίηση θεωρώντας ότι θα ενισχυθεί η θέση τους και άλλες φορές πάλι – αυτό κυμαινόταν κατά περιοχή – ακολουθούσαν την υπόλοιπη αγροτική κοινότητα κατά του κράτους και της κολλεκτιβοποίησης. Συνεπώς, ορθά η Viola υποστηρίζει ότι η βία μεταξύ αγροτών και κράτους ήταν τόσο έντονη που συνιστούσε έναν νέο Εμφύλιο Πόλεμο στην ύπαιθρο, αλλά αυτός ο Εμφύλιος Πόλεμος δεν ήταν κυρίως ταξικός πόλεμος μεταξύ φτωχών αγροτών που στήριζαν την κολλεκτιβοποίηση και πλούσιων αγροτών που την αντιμάχονταν[5]. Αυτή η εικόνα ήταν μια «κατασκευή» πιο πολύ εκ μέρους της σοβιετικής κομματικής και κρατικής ηγεσίας[6], χρήσιμη για να οικοδομήσει συμμαχίες με τον φτωχό αγρότη βασικά κατά του μεσαίου αγρότη που ζωγραφιζόταν ως «κουλάκος-αγροτικός καπιταλιστής».

 

Πρώτο μέρος

Η άσκηση αγροτικής τρομοκρατικής βίας κατά των κολλεκτιβοποιητών (Peasant Terror)

Η έννοια της «τρομοκρατίας» (Terror) σημαίνει κυρίως την άσκηση ατομικής βίας κατά των φορέων εξουσίας και σε αυτό διαφοροποιείται από την συλλογική βία και την εξέγερση (insurrection, revolt). Η άσκηση ατομικής τρομοκρατίας είναι κυρίως μια άμεση και αδιαμεσολάβητη ατομική έκφραση της υπάρχουσας κοινωνικής δυσαρέσκειας και οργής. Αυτό δίνει στην  εκάστοτε εξουσία που υφίσταται την ατομική τρομοκρατία ορισμένα νομιμοποιητικά επιχειρήματα: είναι πιο εύκολο να τυποποιήσει την ατομική βία ως καθαρό ποινικό έγκλημα παρά την συλλογική εξεγερσιακή βία, που από την φύση της έχει μεγαλύτερη πολιτική νομιμοποίηση[7]. Επίσης, της είναι πιο εύκολο να την καταστείλει.

Επίσης, ο «τρομοκράτης» ως έννοια πολεμική είναι ένας εχθρός που άνετα μπορεί να αποανθρωποποιηθεί από την κρατική εξουσία και να εμφανισθεί στην κρατική δημοσιότητα ως τέρας[8]. Ο «τρομοκράτης» στην ΕΣΣΔ της περιόδου 1928-1932 είναι ένας πλούσιος και απάνθρωπος εχθρός της δημόσιας τάξης, του συλλογικού κτήματος και της σοσιαλιστικής κοινότητας, αλλά και κάθε αγρότη ατομικά. Η κατασκευή του εχθρού ως «τρομοκράτη» – θυμίζει τις αναλύσεις του Carl Schmitt για την σχέση του Πολιτικού με τον προσδιορισμό του εχθρού και τον πόλεμο. Εδώ ο εχθρός  φέρεται να είναι ο ταξικός εχθρός («κουλάκος») που κρύβει την αντεπαναστατική του πολιτική κατά των συλλογικών κτημάτων μέσω ατομικών εγκλημάτων, με σκοπό την εκδίκηση και την αποκατάσταση της απαλλοτριωμένης από το κράτος ταξικής ιδιοκτησίας και κυριαρχίας του. Αυτή είναι η εικόνα της Pravda και όλων των επίσημων κομματικών-κρατικών οργάνων ενημέρωσης για την «αγροτική τρομοκρατία». Κυρίως, είναι η ταυτότητα των αποδεκτών της βίας που ορίζει την πράξη ως μορφή τρομοκρατικής βίας. Όπως και οι συνθήκες τέλεσης της πράξης. Συχνά, η έννοια «τρομοκρατία» επεκτείνεται ακόμη και στην περίπτωση που ένας αξιωματούχος ξυλοκοπείται σε μια σύγκρουση λόγω μέθης. Οι αγρότες, πάλι, προσπαθούν να αποδείξουν στο δικαστήριο ότι οι πράξεις τους οφείλονται σε προσωπικά συναισθήματα, στην μέθη, σε ατύχημα κ.λπ.

Ποιοι είναι, όμως, οι συνήθεις αποδέκτες των αγροτικών τρομοκρατικών επιθέσεων των «κουλάκων»;

  • Είναι οι τοπικοί κρατικοί αξιωματούχοι στα κολχόζ, τα σοβιέτ, την OGPU, την διοίκηση, το σχολείο (κυρίως οι φιλοσοβιετικοί δάσκαλοι).
  • Είναι οι τοπικοί κομματικοί αξιωματούχοι.
  • Είναι οι τοπικοί αγρότες που συμμετέχουν στην κολλεκτιβοποίηση ενεργά και την υποστηρίζουν πολιτικά. Συχνά, φτωχοί αγρότες.
  • Είναι η κομμουνιστική νεολαία, η Κομσομόλ, και ιδίως τα αντιθρησκευτικά της «πολιτιστικά» τμήματα και πρωτοβουλίες.
  • Είναι τα «25.000 κομματικά μέλη», δηλαδή οι ακτιβιστές που έστειλε το κόμμα στην ύπαιθρο για αν στηρίξουν πολιτικά την κολλεκτιβοποίηση. Αυτοί στηρίζουν τις δημεύσεις σιτηρών αρχικά και μετά την εξαναγκαστική ένταξη των αγροτών στα συλλογικά κτήματα.
  • Είναι οι «πληρεξούσιοι» του κεντρικού κράτους-κόμματος σε ειδικές αποστολές για την προώθηση της κολλεκτιβοποίησης σε συγκεκριμένες περιοχές και χωριά.
  • Είναι οι διανοούμενοι του κόμματος και οι ιδεολόγοι του[9].

 

Οι κύριες μορφές αγροτικής τρομοκρατίας είναι βέβαια βίαιες πρακτικές: ανθρωποκτονία, απόπειρα ανθρωποκτονίας και βιαιοπραγία, εμπρησμός, κλοπή-ληστεία κ.λπ.[10]. Ο αριθμός των περιστατικών «τρομοκρατίας» αυξάνει σημαντικά μεταξύ 1928 και 1930. Το 1928 έχουμε 1.027 περιστατικά, το 1929 9.093 περιστατικά και το 1930 έχουμε 13.794[11]. Η αύξηση είναι ανάλογη προς την επιτάχυνση και κλιμάκωση της κολλεκτιβοποίησης και των κοινωνικών συγκρούσεων γύρω από αυτήν.

 

Σημαντική είναι και η ταξινόμηση των μορφών βίας- ατομικής τρομοκρατίας ανά μήνα του 1930.

 

Πράξεις βίας Δολοφονίες Απόπειρες- σωματικές βλάβες Εμπρησμοί
Ιανουάριος 1930 808 95 439 251
Φεβρουάριος 1930 1.368 112 740 462
Μάρτιος 1930 1.895 131 869 841
Απρίλιος 1930 2.013 127 773 1.055
Μάιος 1930 1.219 105 369  705
Ιούνιος 1930  796 87 322 370
Ιούλιος 1930  762 80 275 362
Αύγουστος 1930  928 113 282 471
Σεπτέμβριος 1930 946 85 349 444
Οκτώβριος 1930 1.440 114 540 709
Νοέμβριος 1930 954 90 445 384
Δεκέμβριος 1930 665 59 317 271

 

Σύνολο 1930: 13.794 πράξεις ατομικής βίας, 1.198 δολοφονίες, 5.720 απόπειρες ανθρωποκτονίας και σωματικές βλάβες, 6.324 εμπρησμοί.

(Lynne Viola, οπ.π., σελ. 105, Πίνακας 4.3., Πηγή : “Dokladnaia zapiska o formakh”, οπ.π., σελ. 71)

Ενδιαφέρον έχει, ακόμη, ο Πίνακας για την τοπική ή περιφερειακή διαβάθμιση των περιστατικών τρομοκρατίας-βίας το 1930 (Lynne Viola, σελ. 105, Πίνακας 4.4., Πηγή η ίδια).

Κατά το 1930, στην Ουκρανία έχουμε 2.779 περιστατικά, στην Κεντρική Μαύρη Γη 1.088, στα Ουράλια 977, στον Βόρειο Καύκασο 842, στον Κάτω Βόλγα 711, στην περιοχή της Μόσχας 707, στην περιοχή του Λένινγκραντ 609, στο Καζακστάν 332.

Στον Πίνακα 4-6 της L. Viola (σελ. 110, ίδια πηγή) φαίνονται οι κατά περιοχή κατηγορίες τρομοκρατικών πράξεων κατά το 1930.

Σύνολο πράξεων Φόνοι  Απόπειρα φόνου- βιαιοπραγία  Εμπρησμός
Ουκρανία 2.779 176 708 1884
Βόρειος Καύκασος  613  50 329 223
Κεντρική Μαύρη Γη 1.088  93 287 700
Μέσος Βόλγας  636  32 265 305

 

Εύστοχα η L. Viola διαπιστώνει ότι η ενδοαγροτική βία αποτελεί βασική διάσταση του Εμφυλίου Πολέμου μεταξύ κράτους και αγροτών. Μέσα σε αυτόν εντάσσεται η ενδοαγροτική βία ως «ένας Εμφύλιος μέσα στον Εμφύλιο».

Τα θύματα ορίζονται από την πλευρά της εξουσίας ως «πιστοί στρατιώτες της επανάστασης και της σοβιετικής εξουσίας». Κυρίως, όπως έχουμε δει, είναι τοπικοί αξιωματούχοι (του κόμματος, του κράτους, των σοβιέτ) ή απεσταλμένοι από το κέντρο αξιωματούχοι ή κομματικά μέλη ή αγρότες εντός των κολχόζ που υποστηρίζουν κοινωνικά την κολλεκτιβοποίηση για λόγους είτε ιδεολογικούς είτε σχετιζόμενους με υλικά ανταλλάγματα. Οι τελευταίοι αποτελούν σχετικά μικρό τμήμα των αγροτών αλλά δεν προέρχονται μόνο από τους φτωχούς αγρότες  ή τους αγρεργάτες  (δηλαδή από τους bednyaks, batraks). Συχνά, οι αντίπαλοί τους τους καταγγέλλουν ως άτομα που διασπούν την παλιά αγροτική κοινότητα και την συνέλευση του χωριού , το σχοντ—μιρ και ορισμένες φορές και ως περιθωριακά ή τυχοδιωκτικά στοιχεία που υπηρετούν την εξουσία, ενώ πριν από την κολλεκτιβοποίηση ήταν «αργόσχολοι».

Ενδιαφέρον έχει και η παρουσίαση των κατηγοριών θυμάτων της «τρομοκρατικής βίας» ανά περιοχή κατά το 1930 (Πίνακας 4.7. της L. Viola, σελ. 112, πηγή η ίδια) – πάντα με έμφαση στις σιτοφόρες περιοχές των συγκρούσεων.

Κατώτεροι αξιωματούχοι Κολχόζνικοι Ακτιβιστές της κολλεκτιβοποίησης
Ουκρανία 313 (11% θυμάτων) 599 (22% των θυμάτων) 952 (34%)
Βόρειος Καύκασος  57 (9%) 152 (25%) 268 (44%)
Κεντρική Μαύρη Γη 226(21%) 233 (21%) 273 (25%)
Μέσος Βόλγας 163 26%) 111 (17%) 196(31%)

 

Με τον όρο «ακτιβιστές της κολλεκτιβοποίησης» εννοούσαν κυρίως μέλη του κόμματος εξωτερικά προς το χωριό και δευτερευόντως αγρότες υποστηρικτές των κολχόζ, συχνά με μη σταθερό κοινωνικό καθεστώς.

Τα αντικείμενα της τρομοκρατίας ήταν πρώτα απ’ όλα η ζωή ή η σωματική ακεραιότητα των παραπάνω κατηγοριών ανθρώπινων θυμάτων ή η ακεραιότητα κτισμάτων, κτημάτων κλπ. Ως υλικά αντικείμενα ήταν κατά την διάρκεια του έτους 1930:

-τα συλλογικά κτήματα: 2.836 περιστατικά

-τα κρατικά κτίρια: 753 περιστατικά.

Συχνά, πλήττονται από τους αγρότες και οι «εξωτερικοί παράγοντες προς το χωριό» (outsiders).

-εξωτερικοί κομματικοί απεσταλμένοι.

-μέλη κομματικά από τους «25.000 ακτιβιστές».

-δάσκαλοι ή κομματικοί διανοούμενοι, οργανωτές κ.λπ. Οι δάσκαλοι ιδίως γιατί εισάγουν μια αντιθρησκευτική ή φιλοσοφικά υλιστική/μαρξιστική εκδοχή της νεωτερικότητας.

 

Ως βασικοί τύποι που πραγματοποιούν «τρομοκρατικές επιθέσεις» θεωρούνται από το κράτος οι ακόλουθες ομάδες[12]:

-πρώην ή νυν «κουλάκοι» και γενικότερα εύποροι αγρότες[13].

-«κουλάκοι» με την έννοια του εμπόρου, καιροσκόπου, τοκογλύφου ή τυχοδιώκτη.

-πρόσωπα με «διαρκώς παρεκκλίνουσα συμπεριφορά» (“permanently aberrant behavior”).

– «σκοτεινά πρόσωπα με «πριονισμένες κάννες όπλων» (“ sawed off shotguns”).

Παρατηρούμε εδώ ότι οι «επικίνδυνες ομάδες» δεν είναι μόνο κοινωνικές κατηγορίες αυθύπαρκτες (είναι και τέτοιες) αλλά και ομάδες με προβολή στο φαντασιακό της εξουσίας και των υποστηρικτών της. «Οι εχθροί με τις πριονισμένες κάννες» είναι η προβολή του απόλυτου Κακού και της Αντεπανάστασης στην σοβιετική ύπαιθρο.

Μια επίσημη στατιστική της εποχής εκείνης για την άσκηση αγροτικής τρομοκρατικής βίας στην Σιβηρία της δεκαετίας του 1920 ορίζει μεταξύ των «τρομοκρατών»:

-τους «κουλάκους»-εύπορους ως το 60-70 % των δραστών.

-τους μεσαίους αγρότες ως το 1/3 των δραστών.

-τους φτωχούς αγρότες ως το 1/10 των δραστών[14].

Αντίθετα, στατιστικά στοιχεία της εποχής για την Δυτική Περιφέρεια (Western Region, πρωτεύουσα το Smolensk) δείχνουν ότι το φθινόπωρο του 1929 περίπου το ½ των δραστών ήταν από κοινού μεσαίοι αγρότες, εύποροι αγρότες ή ακόμη και αξιωματούχοι των αγροτών. Μια αντίστοιχη στατιστική της OGPU το 1930 αναφέρεται στη ταξική σύνθεση των «τρομοκρατών» ως εξής: 54 % των δραστών ήταν «κουλάκοι». Αντίθετα, οι στατιστικές για την Ουκρανία ανέφεραν ότι πάνω από το 50% των δραστών ήταν φτωχοί και μεσαίοι αγρότες (οπ.π. σελ. 114, υποσημ. 28-29).

Και πάλι με βάση τα απόρρητα κρατικά αρχεία του Μυστικού Πολιτικού Τμήματος της OGPU (“Dokladania zapiska o formakh..”), η Viola παρουσιάζει τον εξής Πίνακα για την ταξική σύνθεση των «τρομοκρατών» κατά το 1930 (σελ. 115, Πίνακας 4-8) :

 

Κουλάκοι Μεσαίοι αγρότες Φτωχοί Αγρότες Αντισοβιετικά στοιχεία + εγκληματίες
Ουκρανία 1833 636 251 47+190
Βόρειος Καύκασος 224 112 20 18+29
Κεντρική Μαύρη Γη 233 156 43 26+56
Δυτική Σιβηρία  73  50  9 10+11

 

Εκτός από την άσκηση άμεσης φυσικής βίας, η αγροτική αντίσταση λαμβάνει και πιο έμμεσες μορφές όπως η ψυχολογική βία και η απειλή. Η απειλή λαμβάνει κυρίως δύο μορφές, την προσωπική απειλή είτε προφορική είτε γραπτή με την μορφή ανώνυμων επιστολών στον απειλούμενο (και εδώ κατά κανόνα τοπικό ή κεντρικό αξιωματούχο, αγρότη ή ακτιβιστή υπέρ της κολλεκτιβοποίησης) και με την μορφή γραπτών προκηρύξεων ή διακηρύξεων (“proclamations”) όπου μια υπογράφουσα ή ανώνυμη ομάδα ανθρώπων καταγγέλλει την κολλεκτιβοποίηση, προειδοποιεί για την άσκηση αντίστασης ή υλικής βίας ή και ανατροπής ακόμη του σοβιετικού πολιτεύματος και καταγγέλλει σε υψηλούς τόνους και με έντονες υβριστικές εκφράσεις τους κομμουνιστές, τους κρατικούς αξιωματούχους και όλους τους ενεργούς πρωταγωνιστές της κολλεκτιβοποίησης (Viola σελ. 116 και επ.).

Προφανώς, αυτοί που ακολουθούν την μέθοδο της ανώνυμης γραπτής απειλής είναι άνθρωποι που προηγουμένως έχουν στείλει δεκάδες ή και εκατοντάδες επώνυμες επιστολές στην τοπική ηγεσία ή και στην Μόσχα ζητώντας να παρέμβουν είτε για να χαλαρώσουν τον ρυθμό της κολλεκτιβοποίησης είτε για να ζητήσουν συμβολή στην άρση τοπικών προβλημάτων που απορρέουν από την πολιτική της κολλεκτιβοποίησης και αποκουλακοποίησης. Δεκάδες ή εκατοντάδες χιλιάδες επιστολές και διαβήματα συγκεντρώνονται στην Μόσχα χωρίς να ακολουθεί κανένα διάβημα υπέρ των επιστολογράφων αγροτών ή μορφωμένων εκπροσώπων τους. Κατά κανόνα, δεν λαμβάνουν καμία απάντηση.

Κατά την διάρκεια του 1930, η OGPU εντοπίζει 1.644 ανώνυμες απειλητικές επιστολές και 3.512 γραπτές διακηρύξεις. Το 1/5 των κειμένων αυτών κρινόταν ως εξεγερσιακό (“insurrectionary”), καθώς στρεφόταν άμεσα κατά κεντρικών στελεχών του κόμματος και του κράτους.

Το σημείο χρονικής καμπής των γραπτών απειλών είναι το τετράμηνο 1.1930 ως και 4.1930 Μετά, υπάρχει μια υποχώρηση και μια μεγάλη αύξηση το φθινόπωρο του 1930 που τίθεται πάλι το ζήτημα της μεγάλης συγκέντρωσης σιτηρών[15].  Πολλές υποθέσεις εξακριβώνονται και φτάνουν στα ποινικά δικαστήρια όπου τίθεται το ερώτημα αν θα εφαρμοστεί το δρακόντειο άρθρο 58 ΣοβΠΚ για «αντεπαναστατική δράση» ή το ηπιότερο 73 παρ. 1 ΣοβΠΚ.

Οι «25.000» και οι αγροτικοί ακτιβιστές απειλούνται συχνά με γραπτά συνθήματα, όπως π.χ. «Όποιος μπει σε αυτό το συλλογικό κτήμα, θα χάσει την ζωή του».

Μια ταξιαρχία κομματικών μελών που είχε πάει στον Βόρειο Καύκασο για να στηρίξει την κολλεκτιβοποίηση έλαβε το εξής γραπτό μήνυμα:

«Θυμηθείτε, πουτάνας γιοί, ότι θα λογαριαστούμε μαζί σας… Σύντροφοι, νομίζετε ότι δεν ξέρουμε ποιος σηκώνει χέρι για να τσακίσει τον κουλάκο; Θάνατος στους Sharafan, Mikhail, Trush, Stepan, Denisenko, Ul’Ian. Μας φτάσατε στο σημείο, σύντροφοι, που δεν μπορούμε να κάνουμε άλλη υπομονή… Μην νομίζετε ότι πρόκειται για μια λεπτομέρεια, τα ονόματά σας έχουν μπει σε μια λίστα θανάτου. Όσα κάνατε μέχρι τώρα, σύντροφοι, δεν αξίζουν κανέναν οίκτο. Σύντροφε Μπαμπένκο, από το εργοστάσιο “Krasnyi Altai”, μια φήμη έφτασε σ’ εμάς ότι θα δολοφονηθείς…»[16].

Παρατηρούμε εδώ ένα κείμενο απελπισμένης οργής όπου η χυδαία ύβρις συνυπάρχει με την προσφώνηση «σύντροφοι» και με συγκεκριμένες απειλές φόνου. Ακόμη και αν ήταν αποτέλεσμα μιας οργανωμένης δραστηριότητας, είναι φανερό ότι το θυμικό υπερισχύει πάνω στην «ψύχραιμη» κοινωνική και πολιτική κριτική. Πρόκειται για το ξερίζωμα απελπισμένων αγροτών που πάντως ιδιοποιούνται για τον εαυτό τους την έννοια του «κουλάκου». Αυτό δεν δηλώνει υποχρεωτικά ότι ήταν τσιφλικάδες ή  εύποροι αλλά πολύ πιθανόν την αντιμετάθεση μιας «πολεμικής έννοιας». Ό,τι είναι μισητό στο κράτος, γίνεται αντικείμενο ιδιοποίησης συλλογικής ταυτότητας από κάποιους βίαια απειλούντες ή αντιστεκόμενους αγρότες.

Οι απειλές αφορούν κυρίως τον φόνο -βιαιοπραγία ή τον εμπρησμό. Όπως επισημαίνει η L. Viola, η ατομική ή συλλογική απειλή βιώνεται ως ένα πολιτικό όπλο για την απόκρουση των «ξενόφερτων» και την διατήρηση των δικαιωμάτων και της συνοχής της αγροτικής κοινότητας. Μπορεί κάποιος να πει ότι η συνοχή της αγροτικής κοινότητας σε συνθήκες προ κολλεκτιβοποίησης (δηλαδή ιδιώτες αγρότες που συνενώνονται στο μιρ) είναι συμβολικά πολύ σημαντικότερη ακόμη και από τα καταλυόμενα εμπράγματα περιουσιακά δικαιώματα. Ο κύριος φορέας αυτής της υπεράσπισης είναι ο διευρυνόμενος προς τα πάνω ή τα κάτω μεσαίος αγρότης, η μεγάλη δηλαδή πλειοψηφία των σοβιετικών αγροτικών νοικοκυριών, που, σύμφωνα με την κομματική ηγεσία, πρέπει «να του σπάσουν την μέση». Πέραν των συχνών αρνητικών αναφορών στον μέσο αγρότη σε όλα τα κομματικά σώματα του 1928-1930 που έχουμε αναφέρει και την συχνή ταύτισή του με τον κουλάκο, ο ίδιος ο Μολότοφ μιλώντας σε κομματική διαδικασία στα Ουράλια ήδη κατά την αρχή του 1928 έλεγε ότι: «Πρέπει να καταφέρουμε τέτοιο χτύπημα στον κουλάκο που ο μεσαίος αγρότης θα σταθεί σούζα μπροστά μας»[17].

Στην περιοχή Moshchenoe της Κεντρικής Μαύρης Γης, κυκλοφόρησε τον Ιούλιο 1930 το εξής αντικαθεστωτικό κείμενο για την κολλεκτιβοποίηση (L. Viola, οπ.π., σελ. 118, υποσημ. 44, πηγή: Dokladnaia zapiska, οπ.π., σελ. 91-92):

« Αγαπητοί αδελφοί και αδελφές. Η αναπόφευκτη καταστροφή μας περιμένει και προετοιμάζεται από τα χέρια των κομμουνιστών και των μελών της Κομμουνιστικής Νεολαίας. Θα πεθάνετε από ασιτία. Για να αποφευχθεί αυτό, είναι απολύτως αναγκαίο να ενωθούμε σε ένα μέτωπο κατά των δημίων και των «προδοτών» του εργαζόμενου κόσμου των αγροτών και των αγροτών. Αγαπητοί αδελφοί και αδελφές, ας φωνάξουμε μια για πάντα «κάτω με το καθεστώς του κομμουνισμού και των δημίων επιτρόπων», καθώς μας οδηγούν στον θάνατο. Ζήτω το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, που μας επιτρέπει να ζήσουμε ελεύθερα στην γη μας, γιατί ο Θεός έπλασε τους ανθρώπους για να κατέχουν ελεύθερα την γη, πλην όμως το κομμουνιστικό καθεστώς έχει θέσει όλους τους αγρότες στον ζυγό, κάτω από τον οποίον όλη η αγροτική κοινότητα βογκά. Για να γλυτώσουμε από αυτόν τον ζυγό πρέπει να καταστρέψουμε το κόμμα των κομμουνιστών, των κολχόζ, των αγροτικών συνεταιρισμών και των συλλογικών κτημάτων. Κάτω η αθεΐα, ζήτω η ελευθερία θρησκευτικής συνείδησης. Κάτω ο συνεταιρισμός, ζήτω ο ελεύθερος ανταγωνισμός. Αδελφοί και αδελφές, συντρέξτε μας, όταν θα επιτεθούμε στο ΚΚ με σκοπό να συντρίψουμε την σοβιετική εξουσία. Πρέπει να ξεσηκωθούμε. Βαρεθήκαμε να πληρώνουμε 15 ρούβλια για ένα pood[18] σιτηρών και 100 ρούβλια για παπούτσια. Πρέπει να αμυνθούμε και να πούμε στους κομμουνιστές: η εξουσία σας τελείωσε, αφήστε τους αγρότες και την Ορθοδοξία να επικρατήσουν».

Πρόκειται, εδώ, για ένα κείμενο έντονα πολιτικοποιημένο και όχι απλά έκφραση άμεσης αγροτικής διαμαρτυρίας. Κατ’ αρχάς αναφέρεται στο σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, όπως συνήθως αναφέρονταν εκείνη την εποχή οι παράνομοι Μενσεβίκοι (βλ. και δίκες κατά του «Μενσεβίκικου Κέντρου» ή του «Κόμματος Αγροτών-Εργαζομένων» το 1930). Όμως, επειδή η επιρροή των Μενσεβίκων στην ΕΣΣΔ γενικά αλλά και στους αγρότες ειδικότερα ήταν ελάχιστη, η αναφορά δεν υποδηλώνει αναγκαστικά και οργανωτική ένταξη ή σύνδεση. Το κείμενο είναι οξυμμένα αντικομμουνιστικό πολιτικά αλλά αυτό δεν σημαίνει οπωσδήποτε αντίθεση στον σοσιαλισμό ή κομμουνισμό γενικά αλλά στο κομμουνιστικό καθεστώς, όπως υπήρχε πραγματικά, στο καθεστώς που πραγματοποιούσε την βίαιη κολλεκτιβοποίηση. Η αναφορά στον ελεύθερο ανταγωνισμό, όμως, και όχι σε μια μορφή έστω και σταδιακά εθελοντικού συνεταιρισμού κάνει σαφή μια αναφορά σε αστικές ή μικροϊδιοκτητικές ιδεολογικές αντιλήψεις. Σε κάθε περίπτωση, ο κομμουνισμός ταυτίζεται με την βίαιη κολλεκτιβοποίηση και την πρόκληση αγροτικής πείνας. Σημαντικότατο όπλο κατά του κομμουνισμού (πράγμα που συνδέεται με τον βίαιο αντικληρικαλισμό και αντιθρησκευτισμό της κολλεκτιβοποίησης) είναι η πίστη στον ορθόδοξο χριστιανισμό και προφανώς και στη «συντηρητική» κοινωνική παράδοση, που συνδέεται με αυτόν.

Βεβαίως, το παραπάνω κείμενο μπορεί να αναγνωσθεί αφηρημένα και υπέρ της σταλινικής «θεωρίας συνωμοσίας» ότι οι δυσκολίες της κολλεκτιβοποίησης αξιοποιήθηκαν από τους κουλάκους και τα πρακτόρικα αλλοδαπά στοιχεία για να φτιάξουν ένα κίνημα δήθεν αγροτικής αντίστασης και στην πραγματικότητα Εμφυλίου Πολέμου για την ανατροπή του κομμουνισμού. Χωρίς να είναι γνωστή η ακριβής προέλευση του παραπάνω κειμένου, είναι αρκετά πιθανό να πρόκειται για μια μορφή πρωτογενούς συντηρητικής πολιτικοποίησης ενός κινήματος αγροτικής απελπισίας. Μια τέτοια πολιτικοποίηση θα ήταν απολύτως αδύνατο, μιλώντας ρεαλιστικά, να διακρίνει μεταξύ του ιδεώδους και του πραγματικού κομμουνισμού. Πόσο μάλλον που η μεν μπουχαρινική Αντιπολίτευση ήταν μάλλον νομιμόφρων και η παράνομη τροτσκιστική ή η παράνομη μενσεβίκικη ήταν περιθωριακές και, επίσης, δεν είχαν καθόλου μια γραμμή στήριξης των βίαιων αγροτικών αντιστάσεων, υπόπτων για «κουλακισμό».

Σε κάθε περίπτωση, αυτά τα κείμενα, από όπου και αν προέρχονταν, και είτε η ρήξη τους με τον κομμουνισμό ήταν προσωρινή ή μόνιμη, υποδηλώνουν (έτσι και η L. Viola) μια διαπίστωση μόνιμης ρήξης του κοινωνικού συμβολαίου μεταξύ κράτους και αγροτών (όχι μόνο των ευπόρων αγροτών). Αν το σοβιετικό κράτος α) δεν εγγυάται την επιβίωση του αγρότη και τον ωθεί στην πείνα του ίδιου και της οικογενείας του β) του στερεί εξαναγκαστικά την ιδιοκτησία του, του καταστρέφει τις δομές αγροτικής κοινότητας και τον εντάσσει βίαια στο κολχόζ, όπου δεν αποφασίζει για τίποτε και γ) επιτίθεται και στην θρησκεία-παράδοση, δηλαδή σε όλο τον τρόπο ζωής του, είναι λογικό ο μέσος αγρότης είτε στήριξε το 1917-1918 τον κομμουνισμό είτε όχι να βιώνει τον «υπαρκτό» κομμουνισμό ως ένα καταπιεστικό καθεστώς.

Σύμφωνα με ένα άλλο διακηρυκτικό κείμενο που κυκλοφορεί στο Ivanovko της Σιβηρίας την 9-6-1930:

«Για δώδεκα χρόνια (από το 1917 δηλαδή), ο ρωσικός λαός έχει υποστεί μια κατάσταση βίας και αυθαίρετης εξουσίας…. για 12 χρόνια μια ομάδα από ληστές και δολοφόνους έχει επιβληθεί πάνω στον εργαζόμενο λαό και επιδιώξει να τον μετατρέψει σε δούλους. Για 12 χρόνια, οι άνθρωποι έδειξαν υπομονή, αλλά τώρα η υπομονή στερεύει …τώρα πια η υπομονή έχει καταστεί αδύνατη. Ήρθε η ώρα για βίαιη ανταπόδοση… οι αγρότες της Σιβηρίας στερήθηκαν το οικονομικό τους μερίδιο και τσακίστηκαν, φεύγουν στην τάιγκα κατά χιλιάδες (τάιγκα= δάσος της Σιβηρίας),Οι πεινασμένοι και καταπιεσμένοι αγρότες θα σχηματίσουν έναν πράσινο απελευθερωτικό στρατό που θα σβήσει τους καταπιεστές από το πρόσωπο της γης. Είμαστε όλοι εδώ. Δράστε αντίστοιχα, σφάξτε όλους τους «ακτιβιστές» που πίνουν το αίμα του λαού. Με το πρώτο κάλεσμα, όλοι οι αγρότες πρέπει να ξεσηκωθούν κατά των καταπιεστών. Ζήτω ο Πράσινος Απελευθερωτικός Στρατός»[19].

Ενώ το προηγούμενο κείμενο αναφέρεται στο σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, αυτό το κείμενο που επίσης στρέφεται συνολικά κατά του σοβιετικού καθεστώτος, ανατρέχει στους πράσινους-αγροτικούς στρατούς του Εμφυλίου του 1918-1921 που διακριτά από τους Λευκούς και τους Κόκκινους «υπηρετούσαν» ειδικά τα αγροτικά συμφέροντα. Ανάμεσα σε αυτούς και ο αναρχικός πράσινος στρατός του Νέστορα Μαχνό στην Ουκρανία το 1918-1921, αλλά σίγουρα και άλλοι πράσινοι στρατοί με πιο αστικό περιεχόμενο.

Οι αναφορές σε πρώην πολιτικά κόμματα, παράνομα από το 1921 και μετά (Μενσεβίκοι, Δημοκρατικό Κόμμα, Ένωση για την Απελευθέρωση της Ρωσίας (εμιγκρέδες) κ.λπ.) όπως και στους Πράσινους Στρατούς δείχνει ότι κάποια κείμενα συντάχθηκαν από πολιτικοποιημένους αγρότες ή και από πολιτικούς διανοούμενους. Δείχνουν να γνωρίζουν αρκετά καλά και το ιστορικό παρελθόν και την ρωσική-σοβιετική πολιτική εξέλιξη, έστω και καθαρά αντιπολιτευτικά ή κατά τρόπο εχθρικό προς τον μπολσεβικισμό[20].

Σε ένα άλλο κείμενο που κυκλοφόρησε στις 26-6-1930 στην περιφέρεια της Κεντρικής Μαύρης Γης (στο Belgorodski) καλεί τους αγρότες να ξεσηκωθούν και να εξοντώσουν τις βδέλλες που τους πίνουν το αίμα (“bloodsuckers”). Το κάλεσμα είναι το εξής: σηκωθείτε, καταστρέψτε, ξυλοκοπήστε (beat), μην δείξετε κανέναν οίκτο». Καταλήγει στην ανάγκη σχηματισμού ενόπλων αγροτικών αποσπασμάτων[21].

Σε μια άλλη διακήρυξη που υπογράφεται από το Δημοκρατικό Κόμμα του Λαού (συνέχεια των καντέτων;), καταγγέλλεται το κόμμα των Μπολσεβίκων ότι ενώ το 1917 υποσχέθηκε την ελευθερία έκφρασης για όλο τον λαό, τελικά κατάργησε την ελευθερία έκφρασης και τύπου[22].

Mία καθοριστική μορφή βίαιης αγροτικής αντίστασης κατά την κολλεκτιβοποίηση υπήρξε ο εμπρησμός (“arson”)[23]. Ο εμπρησμός δεν ήταν μια τυχαία μορφή αντίστασης σε μια αγροτική σύγκρουση τέτοιας κλίμακας. Οι εμπρησμοί κατά της κολλεκτιβοποίησης ανακαλούσαν τον εμπρησμό ως μορφή αγροτικής βίας και κατά τον Εμφύλιο του 1918-1921 αλλά και κατά των μεγάλων γαιοκτημόνων επί τσαρισμού και κατά τις επαναστάσεις του 1905 και του 1917. Επίσης, ο εμπρησμός ανήκει σε μια πλανητική σχεδόν παράδοση αγροτικής εξέγερσης και αγροτικής αντιγαιοκτημονικής και αντικρατικής αντίστασης και βίας. Ο συνήθης όρος είναι στα αγγλικά “The Red Rooster” και στα γερμανικά “Der rote Hahn” («Ο κόκκινος κόκκορας»). Πολύ χαρακτηριστικό είναι το παλαιό γερμανικό τραγούδι “ Wir sind des Geyers Schwarzer Haufen” που ανατρέχει στον Πόλεμο των Χωρικών κατά των γαιοκτημόνων και των επισκόπων (δεκαετία του 1520)[24] και συνδέεται με το κάψιμο κάστρων φεουδαρχών αλλά και μοναστηριών. Η αναφορά στον Κόκκινο Κόκκορα υποδηλώνει την βίαιη αγροτική εξέγερση με στόχο τον φεουδάρχη, το κράτος και τον επίσκοπο με βασικό μέσο τον εμπρησμό. Αυτό που θα καεί στον Μεσαίωνα είναι το κάστρο του φεουδάρχη, τα κρατικά κτίρια, οι πολυτελείς οικίες και κτήματα των πλουσίων, τα μοναστήρια. Ο εμπρησμός είναι η ριζική κατάλυση εκείνης της ατομικής ιδιοκτησίας, που στην κοινωνική συνείδηση στηρίζεται στην αδικία ή στην ανομία. Ο εμπρησμός ως αγροτική συλλογική αντίσταση κατά της αντιαγροτικής βίας ή καταπίεσης ανήκει στην κατηγορία της ανακτημένης συλλογικής μνήμης[25].

Η γενίκευση των αντικαθεστωτικών εμπρησμών συνδέεται με την συνείδηση ενός μεγάλου τμήματος των αγροτών (και των μεσαίων καθώς και αρκετών φτωχών) ότι η υποχρεωτική κολλεκτιβοποίηση συνιστά μια μορφή δουλοκτητοποίησης και «επιστροφής σε μια δεύτερη δουλοπαροικία» (barshchina). Η δουλοπαροικία τυπικά νομικά είχε καταργηθεί επί τσαρισμού το 1861 (από τον Αλέξανδρο Β’) και ουσιαστικά τα τελευταία της κατάλοιπα καταργήθηκαν με την επανάσταση του Οκτωβρίου 1917[26] και το μοίρασμα της γης των μεγάλων παλιών ιδιοκτητών στους αγρότες και τις αγροτικές κοινότητες.

Όπως σωστά υπενθυμίζει ο Μπετελέμ, παραπέμποντας στο έργο του Μαρξ, (Μπετελέμ ΙΙΙ, ελληνική έκδοση σελ. 92, παραπομπή στο Κ. Μαρξ «Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη», Αθήνα 1986, Θεμέλιο), αυτό που συμβαίνει στην ύπαιθρο της ΕΣΣΔ κατά το Α’ Πεντάχρονο Πλάνο είναι η εγκατάσταση νέων εκμεταλλευτικών σχέσεων που θυμίζουν όμως σε συνταρακτικό βαθμό τις παλιές προεπαναστατικές εκμεταλλευτικές σχέσεις. Όπως έγραφε ο Μαρξ στην «18η Μπρυμαίρ»:

«Η παράδοση απ’ όλες τις πεθαμένες γενιές βαραίνει σαν εφιάλτης πάνω στα μυαλά των ζωντανών…. Ένας ολόκληρος λαός που πίστευε ότι με μια επανάσταση θα αποκτούσε τη δύναμη για μια επιταχυνόμενη κίνηση, βρίσκεται γυρισμένος ξανά σε μια πεθαμένη εποχή και {τότε} παρουσιάζονται πάλι τα παλιά δεδομένα, οι παλιές χρονολογίες, τα παλιά ονόματα, τα παλιά διατάγματα… ».

Στην περίπτωση της αγροτικής αντίστασης κατά της κολλεκτιβοποίησης (που θυμίζουμε ότι αφορά και την πλειοψηφία κατά κανόνα των μεσαίων αγροτών) οι στόχοι του εμπρησμού είναι:

-κρατικά κτίρια και κτίρια των κολχόζ και των ΜΤΣ

-κατοικίες κομματικών ή κρατικών στελεχών ή προέδρων των κολχόζ ή ακτιβιστών του κόμματος

-κατοικίες αγροτών, απλών υποστηρικτών της κολλεκτιβοποίησης (L. Viola, οπ.π., σελ. 122-123).

Ενώ οι αρχές, μέσα στον πανικό τους, συχνά αξιολογούν και τυχαίες φωτιές ως «εμπρησμούς», από την άλλη πλευρά οι πρωταίτιοι πραγματικών εμπρησμών προσπαθούν να τους φορτώσουν σε άλλους. Η Viola αναφέρεται στην περίπτωση του Belov, ο οποίος παραλίγο γλύτωσε την εκτέλεση με μάρτυρες εναντίον του παιδιά που είχαν κατά λάθος βάλει φωτιά παίζοντας με τα σπίρτα και φοβήθηκαν τις συνέπειες της πράξης τους.

Ιδίως, στην περιοχή της Κεντρικής Μαύρης Γης, κατά την πρώτη περίοδο (11.1928-1.1929) είναι πολύ συχνοί.. Μέσα στους τρεις μήνες μόνο καταγράφονται 42 περιστατικά.

Το έτος 1930, έχουμε δραματική αύξηση των εμπρησμών που φτάνουν σε επίπεδο ΕΣΣΔ τις 6.324 περιπτώσεις[27].

Ειδικότερα, έχουμε 1.184 στην Ουκρανία, 700 στην περιφέρεια της Κεντρικής Μαύρης Γης,383 στον Κάτω Βόλγα, 343 στα Ουράλια.

Η αρχή διοίκησης των κολχόζ (Kolkhozsentr) υπολογίζει ότι κατά το 1931 περίπου το 15% των συλλογικών κτημάτων (δηλαδή 6.000 από τα 30.000 υφιστάμενα αγροτικά κτήματα) υπέστησαν κάποιαν μορφή τρομοκρατίας, συχνά πράξεις εμπρησμού.

Ενδεικτικά, κάποιες περιπτώσεις:

-Το μεγάλο κολχόζ Gigant στα Ουράλια δέχεται συνεχείς εμπρηστικές επιθέσεις.

-Συχνά, μέλη της Κομσομόλ και των «25.000 μελών » βλέπουν τις κατοικίες τους να καίγονται από «ομάδες κουλάκων».

Όταν η κολλεκτιβοποίηση από τα τέλη του 1929 ως και το 1930 διεισδύει και επιβάλλεται σε όλη την χώρα, ο εμπρησμός γίνεται εξαιρετικά διαδεδομένο μέσο βίας κατά της εγκατάστασης των συλλογικών κτημάτων και κατά όσων υποστηρίζουν την κολλεκτιβοποίηση (θεωρούνται «προδότες» της αγροτικής κοινότητας)[28].

Επίσης, ο εμπρησμός αποτελεί και βασικό μέσο συλλογικής εκδίκησης όσων έχουν απωλέσει την ιδιοκτησία τους και θεωρούν εαυτούς «αδικημένους» ή «διωγμένους» από το καθεστώς (κατά τις αρχές “dekulakized peasants” ή “criminal elements”).

 

Δεύτερο Μέρος

Samosud” (αυτοδικία) και συλλογικοποιημένη αγροτική αντιβία, όψεις Εμφυλίου Πολέμου 

« Το κολχόζ είναι όπως η δουλοπαροικία… Το μόνο που λείπει είναι το μαστίγιο» (αγροτική αφήγηση, Fitzpatrick οπ.π., σελ. 69 και υποσημ. 83) 

Η γενίκευση της βίας ξεφεύγει συχνά από τα όρια της ατομικής βίας ή της ατομικής τρομοκρατίας και εκτείνεται προς μορφές συλλογικής βίας όπως το «λυντσάρισμα» ή η αναζήτηση «λαϊκής δικαιοσύνης». «Λαϊκή Δικαιοσύνη» = Συνοπτική δικαιοσύνη χωρίς θεσμική διαδικασία (“summary justice”). Και για τις δύο έννοιες χρησιμοποιείται κατά την κολλεκτιβοποίηση η παλαιότερη έννοια του samosud. H συλλογικοποιούμενη αγροτική βία νοείται ως αυθόρμητη έκφραση «λαϊκής δικαιοσύνης» ή «αυτοδικίας» ή «δικαιοσύνης από τα κάτω».

Οι μορφές αυτές βίαιης αγροτικής αντίστασης εκτυλίσσονται πιο συχνά κατά την ίδια την κατάληψη των ιδιωτικών κτημάτων από το κράτος ή την δήμευση σιτηρών ή ζώων από κρατικά και κομματικά αποσπάσματα. Μπορεί ακόμη να λάβει την μορφή «ελεύθερων σκοπευτών» την νύχτα, συλλογικών εμπρησμών και όψεων καθυστερημένης αντεκδίκησης κατά αξιωματούχων ή ακτιβιστών. H επίθεση στην σωματική ακεραιότητα των «εχθρών», επίσης, προσλαμβάνει συχνά την όψη του « συλλογικού λυντσαρίσματος».

Κατά την εκλογή των αγροτικών σοβιέτ στα 1928-1929, πολλοί αγρότες που αντιστέκονται στην κολλεκτιβοποίηση επεμβαίνουν και σαμποτάρουν την εκλογική διαδικασία. Κάνουν παράλληλες εκλογές, κλέβουν κάλπες, ξυλοκοπούν ή πυροβολούν τους υποψήφιους ή γράφουν δημόσια αντικαθεστωτικά συνθήματα (όπως το σύνθημα «Καλύτερα ο Λένιν παρά ο λενινισμός»).

Ιδίως το φθινόπωρο του 1929, παράλληλα προς την μεγάλη κλιμάκωση της κολεκτιβοποίησης και την αρχή της «αποκουλακοποίησης» και σε ατομικό επίπεδο (σύλληψη, εκτόπιση, θανάτωση κ.λπ.) αρχίζει ένα πολύ μεγάλο κύμα αγροτικής αντιβίας. Οι πράξεις δολοφονίας ή σοβαρής βιαιοπραγίας κατά των φορέων ή των υποστηρικτών της κολλεκτιβοποίησης πολλαπλασιάζονται, όπως έχουμε δει και στους Πίνακες παραπάνω. Τον Οκτώβριο του 1929,η κατάσταση αυτή θορυβεί έντονα το ΠΓ του κόμματος, το οποίο αποφασίζει να λάβει έκτακτα σκληρά μέτρα κατά των «εχθρών», περιλαμβανομένων και των εκτελέσεων. Είναι πολύ ενδιαφέρον που στην φρασεολογία του κόμματος εισάγεται και ο όρος «ταραχές babi i bunti», δηλαδή « γυναικείες ταραχές»[29], ταραχές όπου πρωταγωνιστούν οι γυναίκες.

Όχι μόνο οι ακτιβιστές του κόμματος ή οι έντονοι υποστηρικτές της κολλεκτιβοποίησης δέχονται επιθέσεις από αγρότες και αγρότριες.

Ακόμη και οι ιδεολογικοί ή πολιτιστικοί, με οποιονδήποτε τρόπο, υποστηρικτές της κολλεκτιβοποίησης θεωρούνται αυτόματα «εχθροί των αγροτών» και δέχονται σωματικές επιθέσεις.

Έτσι, η Vera Karaseva δολοφονείται ακριβώς την ώρα που παίζει έναν θεατρικό ρόλο υπέρ της «αποκουλακοποίησης» και «αποκαλύπτει» τους «τοπικούς κουλάκους» από τους ίδιους. Επίσης, τόσο οι άνδρες όσο και οι γυναίκες, μέλη του κόμματος και υποστηρικτές της κολλεκτιβοποίησης ξυλοκοπούνται συχνά από άτομα που φοράνε «μάσκες» και κρύβουν τα χαρακτηριστικά τους. Ειδικά στις γυναίκες του κόμματος, συχνά τους κόβουν και τα μαλλιά, πρακτική που διεθνώς θεωρείται εξευτελιστική κατά των γυναικών[30]. Ίσως υποδηλώνει και χλευασμό για τις γυναίκες που διασπούν την πατριαρχική αγροτική παράδοση, τασσόμενες υπέρ των νεωτεριστών κομμουνιστών και της κολλεκτιβοποίησης.

Σε γενικές γραμμές, το samosud είναι μια αθέσμητη λαϊκή αντιβία που καταπολεμά την επίσημη και αμφισβητεί την σοβιετική-κομματική εξουσία στην ύπαιθρο.

Χαρακτηριστικό περιστατικό ήταν αυτό που συνέβη στην Κριμαία κατά την πρωτοχρονιά του 1930 σε ένα χωριό που στο θέμα της κολλεκτιβοποίησης ήταν διαιρεμένο στα δύο. Οι «αντισοβιετικοί» αγρότες γιόρτασαν την Πρωτοχρονιά θρησκευτικά και ήπιαν. Μετά, πήγαν στην έδρα του τοπικού σοβιέτ όπου τα κομματικά μέλη μετείχαν σε μια αντιθρησκευτική εκδήλωση. Οι «αντισοβιετικοί» μπήκαν οργισμένοι στο κτίριο και έσπασαν τους κομματικούς στο ξύλο. Βλέπουμε εδώ, και σε αυτό θα επανέλθουμε, ότι η διχοτομική γραμμή θρησκεία/υλισμός πυροδοτούσε πολύ σημαντικά τον αγροτικό Εμφύλιο καθώς η κολλεκτιβοποίηση προωθούνταν συστηματικά από το κράτος ως μια αντιθρησκευτική Πολιτιστική Επανάσταση.

Παρόμοια, στην Σιβηρία, έπιασαν σε κάποιαν περιοχή τον κομματικό γραμματέα, και ενώ καίγανε ταυτόχρονα το σπίτι του, τον πέταξαν μέσα στην φωτιά με αποτέλεσμα να καεί ζωντανός.

Εμφανίζονται δύο απόλυτα «εχθρικοί κόσμοι» και από τις δύο πλευρές, πράγμα που αποδεικνύει ότι επρόκειτο για Εμφύλιο Πόλεμο αν και όχι μεταξύ καθεστωτικών φτωχοχωρικών και αντικαθεστωτικών πλουσιοχωρικών (επίσημη σοβιετική θεώρηση).

Σε μια δημόσια διακήρυξη κατά των κολχόζ, έγραψαν απευθυνόμενοι στους κολλεκτιβοποιητές:

«Θα σταθούμε όρθιοι με το αίμα σας μέχρι τα γόνατά μας παρά θα σας παραδώσουμε την γη μας» (L. Viola, οπ.π., σελ. 124, απόδοση στα ελληνικά δική μας).

Όπως διευκρινίζει η Viola, η “samosud” κατά την κολλεκτιβοποίηση (αυτοδικία, συνοπτική ή «λαϊκή δικαιοσύνη», συχνά, λυντσάρισμα) αποτελεί «μια εθιμική (“customary”), αν και εξαιρετική και πολύ ωμή μέθοδο ξεκαθαρίσματος λογαριασμών με τους «εχθρούς της κοινότητας» στην αγροτική Ρωσία»[31]. H samosud, πάντως, συνιστά συλλογική βία και όχι ατομική τρομοκρατία, αυτό είναι σαφές. Επίσης, δεν στρέφεται κατά ατόμων απολύτως αμέτοχων πολιτικά ή «αθώων» αλλά κατά ατόμων που με τον ένα τρόπο ή τον άλλο συμμετέχουν ενεργά στην διαδικασία της κολλεκτιβοποίησης και έχουν σχετικά «προειδοποιηθεί» ότι είναι στόχοι αν δεν αλλάξουν την συμπεριφορά τους.

Κατά την διάρκεια του 1931, σε 10.000 συλλογικά κτήματα εκδηλώνονται πράξεις βίας. Επίκεντρο είναι πάντοτε οι σιτοπαραγωγές περιοχές (δες πιο πάνω). Οι δράστες ζητούν εκδίκηση για την αποκουλακοποίηση, η οποία ήταν γι’ αυτούς μια συλλογική τραυματική εμπειρία. Τον Απρίλιο 1931 δολοφονείται ο Strigunov, στέλεχος του αγροτικού σοβιέτ της περιοχής του και βασικός οργανωτής της κολλεκτιβοποίησης καθώς και υπεύθυνος για την εκτόπιση πολλών «κουλακικών» οικογενειών. Οι συγγενείς των εκτοπισμένων τον κατηγορούν ότι αυτός συκοφάντησε τους εκτοπισμένους, τους κατέδωσε και προκάλεσε την εκτόπισή τους. Τον πυροβολούν και τον σκοτώνουν. Ο Saprykin στην περιοχή του Βορονέζ καταγγέλλει πολλά «αντεπαναστατικά» στοιχεία της περιοχής. Η συνέλευση του κολχόζ αποφασίζει «νόμιμα» να εκδιωχθεί από το κτήμα για τις πράξεις του. Με την παρέμβαση των αρχών επανεγκαθίσταται. Τέλος, στην περιοχή του Κάτω Βόλγα το 1934 δολοφονείται η Mainina, εκδότρια της τοπικής εφημερίδας, η οποία είχε καταγγείλει πολλούς αξιωματούχους των συλλογικών κτημάτων ως «φιλοκουλάκους» στην εφημερίδα με τρόπο δημόσιο. Η Mainina δολοφονείται κατά την διάρκεια μιας φιλικής συγκέντρωσης στο σπίτι της με μια σφαίρα που περνά από έξω μέσα σπάζοντας το τζάμι. Aρχικά, θεωρείται θύμα των κουλάκων. Στην πορεία προκύπτει ότι επρόκειτο για ατομικά κίνητρα ανταγωνισμού ανάμεσα στα στελέχη της περιοχής[32].

 

Τρίτο Μέρος

Tο οξύ θρησκευτικό ζήτημα κατά την κολλεκτιβοποίηση

Το θρησκευτικό ζήτημα αποκτά πρωτεύοντα ιδεολογικό και πολιτισμικό ρόλο κατά την κολλεκτιβοποίηση. Το καθεστώς, από την μία πλευρά, εμφανίζει τον εαυτό του ως φορέα της τεχνικής και πολιτιστικής νεωτερικότητας στην ύπαιθρο. Ως τέτοιο πρέπει να συγκρουστεί βίαια με την παράδοση της υπαίθρου, κεντρικό σημείο και θεσμός της οποίας είναι η χριστιανική θρησκεία και εκκλησία (βασικά η Ορθόδοξη, δευτερευόντως η Καθολική ή η Ουνία στην Ουκρανία). Η παράδοση και η θρησκεία εμφανίζονται ως φεουδαλικές δυνάμεις που κρατούν την ύπαιθρο και το χωριό δεμένα στην «καθυστέρηση», την άγνοια και τον «μεσαίωνα». Η θρησκεία λογίζεται ως μια αντιεπιστημονική, ιδεαλιστική και δεισιδαίμων πεποίθηση και στάση ζωής που πρέπει να ανατραπεί ακόμη και βίαια. Όμως, το καθεστώς συχνά υποτιμά την υπαρξιακή και πολιτισμική ισχύ της θρησκείας, και ιδίως στο χωριό. Η θρησκεία, η οποία είναι όντως βασική όψη της αγροτικής ζωής ως και την δεκαετία του 1920, διασυνδέεται στενά με τον θεσμό της οικογένειας και γενικότερα με την ψυχική, ηθική και πολιτιστική ζωή των αγροτών. Είναι το επίκεντρο της ψυχικής καθημερινότητας και υποκειμενικής  ύπαρξης του μέσου αγρότη.

Θυμίζουμε εδώ ότι το σοβιετικό καθεστώς ήδη από την αφετηρία του έχει υιοθετήσει μια θεμελιακά αντιθρησκευτική και αντιχριστιανική στάση. Αμέσως μετά την επανάσταση και κατά τον Εμφύλιο Πόλεμο του 1918-1921, οι επιθέσεις στην θρησκεία, την θρησκευτική λατρεία, και την εκκλησία είναι συνεχείς. Το σοβιετικό σχολείο γίνεται βασικός θεσμός αντιθρησκευτικής και υλιστικής /διαφωτιστικής με την πιο ακραία έννοια αναδιαπαιδαγώγησης των νέων και επίθεσης στην θρησκευτική πίστη και λατρεία. Ιδρύεται και κινητοποιείται η Ένωση Μαχητικών Αθέων (“Union of Militant Atheists”).. Στην πρώτη περίοδο του καθεστώτος, γκρεμίζονται συστηματικά οι εκκλησίες και τα θρησκευτικά μνημεία, πετιούνται τα λείψανα και άλλα αντικείμενα λατρείας, αφαιρούνται και απαλλοτριώνονται από το σοβιετικό κράτος χρήματα, χρυσαφικά, κτήματα και άλλα περιουσιακά στοιχεία της ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, διώκονται, φυλακίζονται και εκτοπίζονται οι ιερείς, μητροπολίτες κλπ.O ίδιος ο Πατριάρχης της Ρωσίας Τύχων αποσχηματίζεται και φυλακίζεται ως «αντεπαναστάτης». Αυτό συνοδεύεται και από κύματα και κινήματα μαζικού αντικληρικαλισμού, κυρίως με αφετηρία τις πόλεις, το πλέγμα εργατών-διανοουμένων και την επίσημη κομμουνιστική και ευρύτερα μαρξιστική πολιτική συνείδηση και θεώρηση. Συχνά, αυτά τα κινήματα οργανώνουν και μαζικές εκδηλώσεις καταδίκης της θρησκείας-εκκλησίας, δημόσιας  οργανωμένης βλασφημίας και διακωμώδησης των θρησκευτικών τελετών[33]. Όμως, αυτά τα κινήματα δεν βρίσκουν σχεδόν ποτέ σοβαρή απήχηση στους αγρότες και στην ύπαιθρο πέρα από τον στενό κομματικό πυρήνα. Η κοινωνία της υπαίθρου, καθώς μάλιστα κινείται ακόμη μεταξύ προνεωτερικότητας και νεωτερικότητας, συνδέεται με έναν πιο «φυσικό», παραδοσιακό, στατικό και «συντηρητικό» τρόπο ζωής και σκέψης. Η παραδοσιακή θρησκεία είναι η ψυχή της παραδοσιακής αγροτικής κοινότητας (μιρ)[34].

Ουσιαστικά, υπάρχουν δύο όψεις που στηρίζουν τον μαχητικό αντιθρησκευτισμό των Μπολσεβίκων. Η μια είναι καθαρά ιστορική και πολιτική και αφορά την Ιστορία της πάλης των τάξεων σε ορισμένες κοινωνίες. Σε κοινωνίες όπως η τσαρική Ρωσία αλλά και η Ισπανία (τις κοινωνίες δηλαδή όπου έγιναν οι πιο σημαντικές κοινωνικές επαναστάσεις στην Ευρώπη και που ήταν, υποτίθεται, «καθυστερημένες» για τα ευρωπαϊκά μέτρα), η επίσημη εκκλησία έχει υποστηρίξει φανατικά το παλαιό καθεστώς (συμμαχία μοναρχίας, γαιοκτημόνων και καπιταλιστών) και τα προνόμια των αρχουσών τάξεων επί τσαρισμού αφού μάλιστα τα στελέχη της ήταν  και αναπόσπαστο τμήμα της άρχουσας τάξης και του «Παλαιού Καθεστώτος». Στην τσαρική Ρωσία και κατά την επανάσταση, η επίσημη εκκλησία έχει πάρει καθαρά αντεπαναστατική στάση και το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (Μπολσεβίκοι και Μενσεβίκοι) αλλά και οι αναρχικοί τάσσονταν  με έμφαση κατά της εκκλησίας αλλά και της θρησκείας. Αυτό είναι σχετικά λογικό.

Η δεύτερη διάσταση, που συνδέεται και με τον θρησκευτικό συμβολισμό κατά την κολλεκτιβοποίηση, είναι πιο φιλοσοφική: αφορά την διαφωτιστική όψη του εγχειρήματος των Μπολσεβίκων και μάλιστα την πιο «εξτρεμιστική» διάσταση αυτού ειδικά του είδους του μαρξιστικού Διαφωτισμού. Όπως έχουμε αναφέρει και σε άλλα κείμενά μας, η πιο «εξτρεμιστική» διάσταση ή εκδοχή του Διαφωτισμού δεν επιδιώκει μόνο την τεχνικοεπιστημονική πρόοδο και την εξάπλωση της γνώσης και δια αυτής την χειραφέτηση σε συνθήκες ελευθερίας και δικαιοσύνης ούτε παραμένει σε μια σχετικά αβέβαιη και αμφιταλαντευόμενη μακρά πορεία για την κοινωνική ισότητα και δικαιοσύνη. Πιστεύει στο λαμπρό «Σχέδιο της Ιστορίας», το οποίο οδηγεί σε ένα «τέλος-σκοπό» με σίγουρα, αποφασιστικά και ουσιαστικά νομοτελειακά μέσα και μεθόδους[35]. Ακόμη και αν η πορεία παρεκκλίνει για λίγο, η διόρθωσή της είναι δεδομένη όπως και το τελικό αποτέλεσμα. Παρά το ότι ο «σκοπός» θα επιδιωχθεί με απολύτως επιστημονικά και γνωστικά μέσα (η γνώση είναι δύναμη που «κινητοποιεί» όλη την κοινωνία και υπάρχουν οχήματα της «απόλυτης και βέβαιης γνώσης», όπως βασικά είναι το επαναστατικό κόμμα), ο «σκοπός» χρωματίζεται σαφώς με μεσσιανικά και αποκαλυπτικά χρώματα. Ο σκοπός είναι ο «Τέλειος Άνθρωπος» ή ο «Νέος Άνθρωπος». Παρά τα λεγόμενα ότι ο τελικός σκοπός είναι «η αρχή και όχι το τέλος της Ιστορίας», παραμένει σαφώς το ερώτημα τι είδους Ιστορία θα είναι αυτή που στερείται όχι μόνο των ανταγωνιστικών αντιφάσεων αλλά όλων των αντιφάσεων και όλων ανεξαιρέτως των σχέσεων αδικίας, καταπίεσης, εξουσίασης κ.λπ. ακόμη και των πιο δευτερευουσών, θα στερείται της πολιτικής ως δημόσιας διαβούλευσης και συναπόφασης που υπερβαίνει τα όρια του κράτους κλπ. Επιπλέον, η πλήρης διάλυση με βίαιο τρόπο του παλαιού (αγροτική μικρή ή μεσαία ιδιοκτησία, παράδοση-θρησκεία, κοινότητα του χωριού μη ακόμη ελεγχόμενη από το κράτος, «ρομαντικές» διαστάσεις, πρωτογονισμός ως μη «εκμηχάνιση» ή ως απουσία κοσμικής εκπαίδευσης κ.λπ.) έχει και την έννοια της βίαιης διαγραφής των «παραδοσιακών στοιχείων» στην ύπαιθρο και της μετατροπής του αγρότη σε «λευκό χαρτί» όπου το νεωτερικό-επαναστατικό σοβιετικό κράτος θα γράψει τα πάντα εκ νέου και εξ αρχής.

Καθώς κάθε αντίφαση (όπως π.χ. η αντίφαση θρησκείας-υλισμού) δεν είναι απλά ένα πεδίο σύγκρουσης όπου πρέπει να υπάρξει μια μακροχρόνια πάλη και διαπαιδαγωγητική-μορφωτική πολιτική, αλλά ένα άμεσο εμπόδιο στην πορεία προς την «τελειότητα», το «εμπόδιο» πρέπει να ξεπεραστεί βραχυχρόνια και αναγκαστικά βίαια. Όπως οι ανάγκες της ραγδαίας εκβιομηχάνισης απαιτούν την ραγδαία και βίαιη κολλεκτιβοποίηση, αδιαφορώντας για τις «παράπλευρες» συνέπειες ή τις υλικές κοινωνικές ανάγκες των ανθρώπων της υπαίθρου, έτσι και η καθυστερημένη θρησκευτική ιδεολογία δεν πρέπει απλά να ξεπεραστεί διαλεκτικά (αν υποθέσουμε ότι αυτό ήταν εφικτό) αλλά να «συντριβεί» άμεσα. Η Fitzpatrick (οπ.π., σελ. 61) περιγράφει σκηνές όπου σε μερικά χωριά οι κάτοικοι καλούνται να παραδώσουν σε μια καθορισμένη ημέρα όλες τις εικόνες και τα θρησκευτικά κειμήλια που έχουν. Προφανώς, η λογική εδώ είναι ότι ο ιδεολογικός (και συνεπώς και ο ηθικός, ο ψυχικός, ο κοινωνικός, ο προσωπικός) κόσμος του ανθρώπου «καθαρίζει» πλήρως από τα αρνητικά περιεχόμενα ή βαρίδια δια μιας, γίνεται «λευκό χαρτί» (“ tabula rasa”) και πάνω σε αυτό η διαπαιδαγώγηση του Νέου Διαφωτισμού θα γράψει ό,τι θέλει. Χωρίς να παραγνωρίζουμε καθόλου τις πατριαρχικές, αντιδραστικές ή αντιεπιστημονικές διαστάσεις της «θρησκευτικής παράδοσης» του χωριού στην ΕΣΣΔ το 1930, που έπρεπε να ξεπεραστούν, θεωρούμε ότι αυτός ο τρόπος βίαιης και ριζικής καταστροφής και αλλαγής του «Είναι» του αγροτικού πληθυσμού σε ελάχιστο χρόνο ήταν χαρακτηριστικός για ένα ολοκληρωτικό καθεστώς. Και εδώ εννοούμε ένα καθεστώς που θέλει την βίαιη και εξαναγκαστική αναδιαμόρφωση των ανθρώπων, ατομικά και συλλογικά, αδιαφορώντας για την βούλησή τους, και την βίαιη μετάβαση σε έναν κόσμο άνευ αντιφάσεων, έναν κόσμο «αποστειρωμένης τελειότητας». Αν η θρησκεία ήταν το κέντρο της ζωής του αγρότη προ κολλεκτιβοποίησης, αυτό το κέντρο έπρεπε να ξεριζωθεί βίαια. Στο κέντρο έπρεπε πια να μπει η Πρόοδος, η Τεχνοεπιστήμη, το Μεγάλο Εργοστάσιο και πάνω από όλα η εντατική ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Όποιος διαφωνούσε έπρεπε με κάποιον τρόπο να εξουδετερωθεί ή να «ρευστοποιηθεί».

Επισημαίνουμε εδώ ότι η εγκαθίδρυση της ΝΕΠ το 1921, καθώς εγκαθιστούσε μια περίοδο μακρού κοινωνικού συμβολαίου με τον ιδιοκτήτη αγρότη και μετέθετε στο μέλλον την εθελοντική του ένταξη στο συλλογικό κτήμα (διαδικασία που θα κρατούσε δεκαετίες κατά τον ίδιο τον Λένιν), σήμαινε και ελαχιστοποίηση του αντιθρησκευτικού αγώνα στην ύπαιθρο, αφού αυτό ήταν «κόκκινο πανί» για τον μέσο αγρότη. Αυτό δεν σήμαινε ότι το σοβιετικό σχολείο και οι πολιτιστικές αρχές θα παραιτούνταν από την γνωστική και διαφωτιστική λειτουργία τους, ακόμη και από τον αγώνα κατά της θρησκείας και της παράδοσης (αυτό ποτέ δεν εγκαταλείφθηκε κατά την ΝΕΠ), αλλά ότι θα απείχαν από την βίαιη και οξυμμένη εκρίζωση αυτών των ιδεολογικών και πολιτιστικών μορφών και θα στηρίζονταν στην εθελούσια πειθώ. Ιδίως, οι επιθέσεις των Κομσομόλων κατά των θρησκευτικών τελετών, με μορφή συχνά παρωδίας, δημιουργούσαν μια δυσλειτουργική κατάσταση στην σχέση αγροτών και κόμματος. Γι’ αυτό και προσωρινά ανακόπηκαν.

Το ότι η ΝΕΠ σήμανε έναν  «συμβιβασμό» και σε αυτό το επίπεδο φαίνεται καθαρά και στην απόφαση του 12ου Συνεδρίου του κόμματος (1923) όπου αναφέρεται ότι «πρέπει να σταματήσουν οι περιττές επιθέσεις στους πιστούς, ιδίως στον αγροτικό τομέα, και να πάψει η διακωμώδηση των πεποιθήσεών τους. Όπως επίσης να σταματήσει η εμμονή των Κομσομόλων με το κλείσιμο των εκκλησιών». Το 1924, στο 13ο Συνέδριο του κόμματος αυτή η απαίτηση επαναλήφθηκε: «το κόμμα καταδικάζει τις απόπειρες αν αντιμετωπίζονται οι θρησκευτικές δεισιδαιμονίες με διοικητικά μέτρα όπως το κλείσιμο χριστιανικών ναών, συναγωγών, τζαμιών, χώρων λατρείας». Η απαίτηση για ανοχή έδειχνε ακριβώς την ως τότε απόλυτη έλλειψη ανοχής από τα κομματικά μέλη και νεολαίους[36].

Πάντως, η μεγάλη ισχύς της θρησκείας-εκκλησίας στην ύπαιθρο ήταν πιο πολύ καθημερινός τρόπος ζωής. Δεν σήμαινε αναγκαστικά και αποδοχή όλων των χαρακτηριστικών του κλήρου, που συχνά θεωρούνταν από τους αγρότες τεμπέληδες, μπεκρήδες κ.λπ. (Fitzpatrick σελ. 35 και υποσημ. 44, παραπομπή στις απόψεις/εκτιμήσεις του στελέχους I. Yakovlev που αργότερα θα γινόταν και Υπουργός Γεωργίας). Αυτός, όμως ο τρόπος ζωής ήταν ισχυρός, όπως φαίνεται στην αντίσταση στον πολιτικό γάμο, στον θεσμό του διαζυγίου, στην ελεύθερη συμβίωση, την ελεύθερη άμβλωση κ.λπ. Γενικά, πριν από την κολλεκτιβοποίηση, συνυπάρχουν δύο ανταγωνιστικοί τρόποι ζωής. Ο «παραδοσιακός» με σημαία την εκκλησία και την παραδοσιακή οικογένεια αλλά και τους ισχυρούς κοινοτικούς δεσμούς, ο «νέος», πιο πολύ υποστηριζόμενος από τα κομματικά μέλη, με πιο χαλαρό αλλά και ενδεικτικό ντύσιμο (συνήθως την στολή με το στρατιωτικό χιτώνιο), με πιο ισότιμη σχέση των φύλων, στραμμένος στην επιστήμη-τεχνική και την Πρόοδο και όχι στην θρησκευτική πίστη, με νέους θεσμούς, πίστη στο κόμμα κ.λπ.

Η τομή με την κολλεκτιβοποίηση είναι η επαναφορά του αντιθρησκευτικού και αντιπαραδοσιακού μαχητικού αγώνα του κόμματος και του καθεστώτος σε όλα τα επίπεδα. Καθώς η ύπαιθρος πρέπει να αλλάξει άρδην, μαζί με την ιδιοκτησία του «κουλάκου» πρέπει να φύγει γρήγορα από την μέση, η παράδοση-άγνοια και η θρησκεία-εκκλησία που συντηρούν τον «κουλάκο» και το κοινωνικό του πλαίσιο. Στο πολιτιστικό επίπεδο, η κολλεκτιβοποίηση αποτελεί μια βίαιη Πολιτιστική Επανάσταση που θυμίζει όψεις μισαλλοδοξίας και της κινέζικης κατά την δεκαετία του ’60 (καταστροφή των παραδοσιακών πολιτιστικών μορφών). Έτσι, ο αγρότης, πέρα από την ιδιοκτησία που χάνει, βλέπει τον όλο κόσμο του να καταρρέει. Ο καθολικός χαρακτήρας της «Μεγάλης Στροφής» εξηγεί και την μεγάλη βίαιη αντίσταση των αγροτών αλλά και την ένταση της εμφύλιας σύγκρουσης που επακολούθησε. Η πλειοψηφία των αγροτών και όλος ο κόσμος τους ως τότε ήταν με την πλάτη στον τοίχο. Δεν ήταν μόνο οι εύποροι αγρότες που χάνανε την μεγάλη σχετικά ιδιοκτησία τους, όπως θέλει μια οικονομίστικη  μαρξιστική εκδοχή.

Οι ακτιβιστές της κολλεκτιβοποίησης προσπαθούν να κλείσουν ή να καταστρέψουν όλες τις εκκλησίες, πράγμα που φέρνει την μανιασμένη αντίδραση πολλών αγροτών. Συγκεντρώνουν και καταστρέφουν εικόνες και κειμήλια, όπως είδαμε. Θέτουν θέμα στα αγροτικά σοβιέτ και στις συνελεύσεις των κολχόζ για κλείσιμο των εκκλησιών και φυλάκιση των ιερέων ως «κουλάκων»[37]. Επαναφέρονται οι διαδηλώσεις κατά της θρησκείας, οι αντιθρησκευτικοί χοροί και οι «οργανωμένες δημόσιες βλασφημίες», και η διακωμώδηση των τελετών, η καταστροφή σταυρών και άλλων συμβόλων κ.λπ. Συχνά, στα αρχεία αναφέρεται ότι οι καταστροφές δεν γίνονται πάντοτε από φορείς με επίσημη έγκριση αλλά από εξτρέμ χουλιγκανικά και «αντικοινωνικά» στοιχεία. Προφανώς, η πολιτιστική σύγκρουση συνδέεται με βία, φανατισμό και ριζοσπαστικοποίηση και στα δύο στρατόπεδα. Ακόμη και η Ένωση Μαχητικών Αθέων δηλώνει ότι δεν μπορεί να συγκρατήσει την αντιθρησκευτική μανία πολλών μελών της.

Όσοι καταστρέφουν σύμβολα πίστης ή τόπους λατρείας εγγράφουν μια πρώτη υποθήκη για να δολοφονηθούν από τους παραδοσιακούς και πιστούς αγρότες. Το καθεστώς προσλαμβάνεται πια όχι μόνο ως δημευτικό της περιουσίας αλλά κυρίως ως άθεο-βλάσφημο που απειλεί καθολικά τις αξίες της αγροτικής κοινότητας. Η ένταση της εμφύλιας βίας του 1928-1933 θα ήταν ακατανόητη χωρίς αυτήν την πολύ ριζική σύγκρουση μεταξύ βίαιου κομμουνιστικού μοντερνισμού και βίαιης υπεράσπισης της αγροτικής παράδοσης ως ενός «κόσμου που χάνεται.

Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι οι υπερασπιστές της παράδοσης, μέσα στο πλαίσιο του κόσμου τους, συχνά αναφέρονται στην κολλεκτιβοποίηση ως την Έλευση του Αντιχρίστου, την Αποκάλυψη και την Δευτέρα Παρουσία. Το κομμουνιστικό καθεστώς «δαιμονοποιείται» ή «συνωμοσιοποιείται» και εμφανίζεται ως ο φορέας του Αντίχριστου ή του Θηρίου κατά την γνωστή μεταφορά στην Αποκάλυψη του Ιωάννη. Τα χτυπήματα κατά των αγροτών αποτελούν προεικάσματα του Τέλους του Κόσμου. Επίσης, δεν είναι τυχαίο ότι ο «αμυνόμενος χριστιανισμός» των αγροτών ανακαλεί και όψεις της πιο αντιδραστικής ρωσικής παράδοσης όπως κυρίως ο αντισημιτισμός. Το γεγονός ότι οι κοσμικοί ιδίως Εβραίοι ή άτομα εβραϊκής καταγωγής ή εθνότητας (οι Εβραίοι στην τσαρική Ρωσία λογίζονταν ως θρησκευτικοπολιτισμική ιδιαίτερη εθνότητα και έμεναν αποκλειστικά στο δυτικό σύνορο της αυτοκρατορίας, το Pale of Settlement) όντως εκπροσωπούνταν ισχυρά στην ηγεσία του κόμματος και του σοβιετικού κράτους ενισχύει την «υπόνοια» ή την «θεωρία συνωμοσίας», όπως θα λέγαμε σήμερα, ότι ο ερχομός του αποκρουστικού Αντιχρίστου υποστηρίζεται σε βάθος από τους «αντίχριστους» και «άθεους» Εβραίους κομμουνιστές ηγέτες που είχαν επιβληθεί για να καταστρέψουν την χριστιανική θρησκεία και την ρωσική παραδοσιακή εθνική ταυτότητα (ή την ουκρανική κ.λπ. στις άλλες ΣΣΔ). Ακόμη και η παρέμβαση του Πάπα ζητήθηκε για την υποστήριξη ακόμη και των Ορθόδοξων Χριστιανών από την δίωξη του κομμουνιστικού αθεϊσμού. Φήμες κυκλοφορούσαν ότι τα δυτικά χριστιανικά κράτη ή και ο ίδιος ο Πάπας ακόμη θα έστελναν στρατό για να βοηθήσει τους Χριστιανούς κατά των «αθέων κομμουνιστών»[38]. Οι φήμες περί επικείμενου παγκοσμίου πολέμου μεταξύ Δύσης και ΕΣΣΔ ενίσχυαν, βεβαίως, το σενάριο της «αποκαλυπτικής» επερχόμενης καταστροφής του κόσμου.

 

Τέταρτο Μέρος

Ορισμένα συμπεράσματα της Lynne Viola για την αγροτική τρομοκρατία κατά την κολλεκτιβοποίηση

Στο σημείο αυτό, θα παραθέσουμε εκτενή μεταφρασμένα στα ελληνικά αποσπάσματα από τα συμπεράσματα της ιστορικού L. Viola σχετικά με την βίαιη αγροτική «τρομοκρατία» κατά της κολλεκτιβοποίησης καθώς θεωρούμε ότι συνθέτουν πολύ ικανοποιητικά το υλικό της[39]:

«Η αγροτική τρομοκρατία προήλθε από την κρατική τρομοκρατία και την είχε ως προϋπόθεση γένεσης. Περιστατικά βίαιης αντίστασης είχαν εξαπλωθεί κυρίως στις σιτοπαραγωγές περιφέρειες και περιοχές της χώρας που είχαν υποστεί βίαιη καταπίεση από το κράτος. Αυτή η δυναμική εκδηλώθηκε έντονα, για παράδειγμα στην περιφέρεια της Κεντρικής Μαύρης Γης (Central Black Earth) όπου παρουσίασε απειλητικά μεγέθη και όπου η τρομοκρατία ξέφυγε τόσο πολύ από τον κρατικό έλεγχο ώστε στο 16ο Συνέδριο του κόμματος (Ιούνιος 1930) η περιοχή να χαρακτηρισθεί «περιφέρεια των ακροτήτων». Ως μορφή αγροτικής αντίστασης, η τρομοκρατία αναδυόταν μόνο υπό τις πιο απελπιστικές περιστάσεις και αφού τα διαβήματα στις διοικητικές και δικαστικές αρχές είχαν ήδη αποτύχει.

Καθώς οι αγρότες υποχρεώθηκαν να επιλύσουν μόνοι τους τις υποθέσεις τους, στράφηκαν σε παλαιότερες μορφές αγροτικής αντίστασης. Η αγροτική βία κατά την κολλεκτιβοποίηση προερχόταν ιστορικά από παραδοσιακές κοινοτικές μορφές διασφάλισης της τάξης στην ύπαιθρο και αποκατάστασης της δικαιοσύνης. Παρά το ότι τα γεγονότα προσέδωσαν στην κρίση μια «πολιτική» και «σοβιετική» διάσταση, η αγροτική τρομοκρατία είχε την αφετηρία της σε εθιμικούς κανόνες δικαιοσύνης, ανταπόδοσης και συνοχής της κοινότητας, πράγμα που καταδεικνύει την ελαστικότητα και προσαρμοστικότητα των μορφών της αγροτικής αντίστασης. Ο εμπρησμός, η απειλή, η «αυτοδικία-λυντσάρισμα» ή «λαϊκή δικαιοσύνη» (samosud) ήταν όψεις μιας λαϊκής κουλτούρας αντίστασης. Οι τακτικές της αγροτικής τρομοκρατίας συγκαλύπτονταν από την απόκρυψη, μεταμφίεση, την ανωνυμία καθώς και διάφορες οδούς διαφυγής δια της διφορούμενης χρήσης ορισμένων εννοιών έναντι των αρχών. Οι αγρότες χειραγώγησαν την δήθεν πρόσληψη της ψυχολογίας του «μουζίκου» από τις αρχές, διαλυόμενοι ως συλλογικά υποκείμενα μπροστά στις αρχές και εμφανίζοντας συχνά τις πράξεις τους ως αντίστοιχες της σοβιετικής τυποποίησης των εγκλημάτων ανυπακοής. Το «κρυπτογραφημένο μήνυμα» της αντίστασης ανέβαινε στην επιφάνεια και έφτανε στις αρχές διατηρώντας όμως πολλές συγκαλύψεις που ήταν εγγενείς στο υπόβαθρο της αγροτικής και λαϊκής μορφής αντίστασης.

Η αγροτική τρομοκρατία αφορούσε την υποτίμηση των αγροτών εκ μέρους του κράτους και την δικαιοσύνη. Δεν ήταν ούτε αυθαίρετη ούτε ανορθολογική. Η χρήση και οι στόχοι της φωτίζουν τις βασικές ρωγμές της σοβιετικής υπαίθρου κατά την κολλεκτιβοποίηση. Πρώτον, φαίνεται ότι η τρομοκρατία υποκινήθηκε λιγότερο από έναν ταξικό πόλεμο (class war, εννοεί: μεταξύ των αγροτικών τάξεων ή στρωμάτων) και περισσότερο από έναν Εμφύλιο Πόλεμο των αγροτών συνολικά κατά της σοβιετικής εξουσίας. Δεύτερον και ίσως σημαντικότερο, το γεγονός ότι οι αγρότες έστρεψαν την βία κατά συγχωριανών τους αγροτών -ακτιβιστών της κολλεκτιβοποίησης- υποδηλώνει έναν βαθμό σύγκρουσης εντός του χωριού – έναν εμφύλιο μέσα στον εμφύλιο- που έχει διαφύγει σημαντικά από την δυτική ιστορική μελέτη. Προκύπτει ότι αυτή η διαμάχη δεν ήταν κυρίως διαμάχη μεταξύ διαφορετικών κοινωνικών ή ταξικών θέσεων ή επιπέδων κοινωνικού κύρους (social status) αλλά διαμάχη που απέρρεε από την παραβίαση των παραδοσιακών κοινοτικών κανόνων ή ιδεωδών κοινοτικής συνοχής. Η ακραία καταναγκαστική πίεση των αρχών από τα έξω φαίνεται να εξώθησε μια νέα και κατασταλτική απόπειρα των αγροτών να διατηρήσουν την ενότητα και τον απομονωμένο από το γύρω περιβάλλον (“insulatory”, νησιωτικό κατά κυριολεξία) χαρακτήρα του χωριού κάτω από αντίξοες συνθήκες.

Από την κρατική πλευρά, η αγροτική τρομοκρατία ήταν ταυτοχρόνως επικίνδυνη και χρήσιμη. Το επικίνδυνο ήταν σαφές από τις συνέπειές της. Το χρήσιμο για το κράτος απέρρεε από τους τρόπους που μπορούσε η τρομοκρατία να χειραγωγηθεί για να συντηρήσει την βίαιη όψη των κρατικών επιχειρήσεων για την κολλεκτιβοποίηση και να νομιμοποιήσει την καταστολή των αγροτών. Κάποιαν στιγμή, το καθεστώς σχεδίαζε μια μεγάλη θεματική δίκη (όπως οι κατοπινές Δίκες της Μόσχας) για να καταδείξει την απιστία των κουλάκων και των συμμάχων τους στην κυβέρνηση (των μπουχαρινικών). Η θεαματική δίκη στην υπόθεση (1930-1931) του Κόμματος Αγροτών-Εργαζομένων (Peasant Toiling Party) με βασικούς κατηγορούμενους ανώτερους ειδικούς της σοβιετικής αγροτικής πολιτικής, τους Chayanov, Kondratiev, Makarov και άλλους, πολλούς από αυτούς πρώην Σοσιαλεπαναστάτες, θα επιτελούσε αυτόν τον ρόλο αν δεν προέκυπτε μυστηριωδώς η αποτυχία στην σκηνοθεσία της. Οι βασικές κατηγορίες θα αφορούσαν την υποκίνηση «συστηματικών πράξεων βίας κατά των κομμουνιστών στην ύπαιθρο» και ενθάρρυνση γενικότερα της αγροτικής βίας. Σαν τους αγρότες, το κράτος είχε και αυτό το δικό του «κρυπτογραφημένο μήνυμα» προς το κοινό.

Στο τέλος, η τρομοκρατία των αγροτών εξυπηρέτησε περισσότερο τα συμφέροντα του κράτους παρά τα δικά τους. Ως μέσο αντίστασης, η τρομοκρατία ήταν αναποτελεσματική από την πλευρά των αγροτών. Τα οφέλη της ήταν μόνο βραχυπρόθεσμα και βασικά κατέληξε να κλιμακώσει την βία ενόσο το κράτος κατείχε το μονοπώλιο της νόμιμης βίας και τον μηχανισμό για την άσκησή της. Ανόμοια με την παθητική αντίσταση που τα πλεονεκτήματά της θα φαίνονταν με την πορεία του χρόνου, η τρομοκρατία των αγροτών ενίσχυσε και εντατικοποίησε τον συγκεντρωτικό και καταπιεστικό χαρακτήρα του κράτους. Παρ’ όλα αυτά, η τρομοκρατία λειτούργησε ως μια αποτελεσματική εκτός σκηνής έκφραση των αγροτικών μορφών πάλης και διεξόδων καθώς το 1930 στην κεντρική σκηνή αναδυόταν -πέρα από την τρομοκρατία και την «λαϊκή δικαιοσύνη» – η μορφή της συλλογικής αγροτικής εξέγερσης…».

 

Πέμπτο μέρος

Η μαζική αγροτική εξέγερση το έτος 1930 και η γλώσσα της

Το 1930 είναι η χρονιά που όχι μόνο επιταχύνεται με τεράστιο τέμπο η υποχρεωτική κολλεκτιβοποίηση αλλά και η αγροτική βίαιη αντίσταση φτάνει στο ζενίθ της. Με όριο τον Μάρτιο όπου το κράτος φαίνεται να υποχωρεί με το άρθρο του Στάλιν που ήδη γνωρίζουμε (“Dizzy with success”). Οι μαζικές ταραχές και εξεγέρσεις (“mass disturbances”) φτάνουν στο υψηλότερο σημείο. Είναι ένα μεγάλο κύμα που ξεκινά τον Οκτώβριο 1929 και συνεχίζει ακάθεκτα και αδιάκοπα ως την άνοιξη (Απρίλιος) του 1930.

Όπως υποστηρίζουν οι αρχές, αυτό είναι «μια αρρώστεια που σχετίζεται με τον δαίμονα των κουλάκων και όσων σχετίζονται μαζί τους. (“a disease caused by kulaks’ and podkulachnik incubus”)[40].

Το πλέγμα λόγων των μαζικών εξεγέρσεων έχει τρία σκέλη: μαζική δήμευση σιτηρών στα τέλη του 1929, μαζική κολλεκτιβοποίηση από το φθινόπωρο 1929 και αποκουλακοποίηση στις αρχές 1930 -διώξεις και συλλήψεις «κουλάκων»- οργανωμένη επίθεση στην θρησκεία/εκκλησία και αθεοποίηση.

Ήδη, οι μαζικές δημεύσεις μετατρέπουν την διαμαρτυρία των αγροτών σε βίαιη αντίσταση ή εξέγερση. Τον Σεπτέμβριο 1929, σε μια εισήγηση στην ΚΕ αναφέρεται ότι «η ταξική πάλη έχει πάρει τόσο μεγάλες διαστάσεις ώστε να θυμίζει καθαρά μέτωπο πολέμου»[41]. Το ΠΓ στις 3-10-1929 διαπιστώνει ότι «πρέπει να ληφθούν πολύ αποφασιστικά μέτρα, περιλαμβανομένων των εκτελέσεων». Η κομματική ηγεσία δεν φοβάται μόνο την γενίκευση της αγροτικής εξέγερσης αλλά και τις επιδράσεις της στον ηθικό του στρατού καθώς οι κληρωτοί του Κόκκινου Στρατού προέρχονται κυρίως από αγροτικές οικογένειες.

Το περίφημο άρθρο “Dizzy with success” του Στάλιν [42] ως πρωτοβουλία της ηγεσίας που καταγγέλλει τις κομματικές ακρότητες έναντι των αγροτών, παρά το ότι δημιουργεί σύγχυση στα τοπικά κομματικά στελέχη και «ακτιβιστές της κολλεκτιβοποίησης», φαίνεται να ηρεμεί κάπως και να εκτονώνει την γενική «πολεμική» κατάσταση. Σε μια έκθεση της ΚΕ της 2-4-1930 αναφέρεται ότι «αν δεν είχαμε ως ΚΕ λάβει μέτρα κατά των «υπερβολών-ακροτήτων» των μελών μας έναντι των αγροτών, ένα μεγάλο μέρος των κατώτερων κομματικών στελεχών θα είχε (!!!) σφαγιαστεί {slaughtered} από τους αγρότες»[43]. Όμως, η κρίση δεν σταματά αυτόματα. Στις δύο επόμενες ημέρες μετά την δημοσίευση του άρθρου (2-3-1930) ξεσπούν 11 μαζικές εξεγέρσεις αγροτών σε εθνικό επίπεδο (οι αγρότες παίρνουν θάρρος από την υποχώρηση του κράτους). Στην περιοχή του Voronezh, ξεσηκώνονται 1.000 αγρότες, σε απόσταση μικρότερη από 12 χιλιόμετρα από την πόλη.

Ενδιαφέρον έχει και το λεξιλόγιο της κρατικής εξουσίας κατά το 1930 για τις αναδυόμενες αγροτικές εξεγέρσεις[44]. Η λέξη vystuplenie έχει την έννοια της κοινωνικής απείθειας (“defiance”). Η έκφραση massovye vystuplenie σημαίνει έναν αναβαθμό, μαζικές αναταραχές που τείνουν προς την εξέγερση. Από τον πίνακα 5-1 της Viola (σελ. 136) προκύπτει ότι οι «μαζικές αναταραχές» μετριούνται από τις αρχές σε 709 το 1928, 1.307 το 1929 και σε 13.754 το 1930. Ο όρος volenie σημαίνει « κατάσταση έντασης» που οδηγεί σε αναταραχή.

Ο όρος povstanchenkii σηματοδοτεί μια ακόμη μεγαλύτερης έντασης αναταραχή από την massovye vystuplenie, μια μαζική εξέγερση (πάντοτε με «κουλάκικη» καθοδήγηση ή ηγεσία, σύμφωνα με τις αρχές).

Ο όρος bunty σημαίνει αναταραχές, ενώ ο όρος volynki μικρές αναταραχές.

Από τον Πίνακα 5-2 της L. Viola που αφορά την τυποποίηση των μαζικών αναταραχών (σελ. 137, πάντοτε πηγή το Dokldania zapiska o formakh, οπ.π., ουσιαστικά τα αρχεία του Πολιτικού Μυστικού Τμήματος της OGPU) προκύπτει ότι μεταξύ των περίπου 13.750 μαζικών αναταραχών του 1930, οι 7.382 σχετίζονται άμεσα με την διαδικασία κολλεκτιβοποίησης, οι 2.339 με την «αποκουλακοποίηση» (διώξεις κατά αγροτών), 1.487 με θρησκευτικές διώξεις και κλείσιμο ιδίως εκκλησιών, 544 με την σπορά/ όργωση, 456 με δημεύσεις και 1.220 με προβλήματα απουσίας τροφίμων.

Ο Πίνακας 5-3 στο ίδιο έργο (σελ. 138-139) παρουσιάζει τις περιφέρειες που ήταν το επίκεντρο των μαζικών αναταραχών το 1930, και πάλι κυρίως σιτοπαραγωγές περιοχές: 4.098 στην Ουκρανία (πρώτη),1.373 στην περιοχή της Κεντρικής Μαύρης Γης, 1.061 στον Βόρειο Καύκασο, 777 στον Μέσο Βόλγα και 1.003 στον Κάτω Βόλγα.

Ο πίνακας 5-4 στο ίδιο έργο (σελ. 140) παρουσιάζει τον ακριβή αριθμό των συμμετεχόντων στις μαζικές αναταραχές του 1930 ανά περιφέρεια: 956.587 στην Ουκρανία, 227.000 στον Βόρειο Καύκασο, 335.000 στην περιοχή της Κεντρικής Μαύρης Γης, 119.175 στον Κάτω Βόλγα, 140.383 στον Μέσο Βόλγα, 117.502 στην ευρύτερη περιοχή της Μόσχας, 115.590 στην Κεντρική Ασία, 64.047 στην Δυτική Περιφέρεια (περιοχή Σμολένσκ).

Ενώ οι περισσότερες μαζικές αναταραχές διαδραματίζονται τοπικά σε ένα χωριό ή σε ένα πλέγμα γειτονικών χωριών μιας περιοχής (εξάπλωση από χωριό σε χωριό), η OGPU διακρίνει κατά το 1930 176 povstancheskii (πολύ μεγάλες αναταραχές, γενικευμένες εξεγέρσεις). Σύμφωνα με τις εκθέσεις της OGPU, αυτές έχουν πίσω τους οργανωμένες αντεπαναστατικές δυνάμεις, ιδίως στην Ουκρανία, τον Μέσο Βόλγα, την Σιβηρία, τον Βόρειο Καύκασο, κ.ά. Ο σκοπός τους εμφανίζεται να είναι μια πλήρης αντεπανάσταση, συνοδευόμενη και «από την διάβρωση του Κόκκινου Στρατού». Η OGPU καταγράφει «αριθμούς αντεπαναστατικών οργανώσεων» που υποτίθεται ότι έχει εντοπίσει ή εξαρθρώσει. 200 οργανώσεις (!!!) φέρεται να εξαρθρώθηκαν το 1930 στην περιοχή της Μόσχας, 4.000 (!!!) κουλάκικες οργανώσεις εντοπίστηκαν στον Βόρειο Καύκασο, 283-441 συνολικότερες ομάδες (“groups”) φέρεται να εξαρθρώθηκαν κατά το 1930, ενώ 78 αντεπαναστατικές οργανώσεις εμφανίζονται να έχουν 6.000 μέλη. [45]

Πολύ σημαντική υπήρξε η συνδεόμενη πιθανόν και με εθνικά – εθνοτικά ζητήματα μαζική εξέγερση των μουσουλμάνων Τατάρων της Κριμαίας κατά το 1930 (“Crimean incident”). Κατά την OGPU (Viola, οπ.π., σελ 142), προέκυψε μια μεγάλη εξέγερση των Τατάρων (“insurrection”), η οποία συνιστούσε όχι μόνο άρνηση της κολλεκτιβοποίησης αλλά και κίνημα με πρόθεση την άμεση αποχώρηση μεγάλου πληθυσμού Τατάρων από την ΕΣΣΔ και μετάβασή τους στην φιλική ή και «συγγενική» γι’ αυτούς φυλετικά-θρησκευτικά Τουρκία. Επίκεντρό της υπήρξε το χωριό Uskiat. Στην διάρκεια του έτους έγιναν πολλές κρυφές συναντήσεις για να προετοιμάσουν την εξέγερση. Το καθεστώς δεν άφησε, προφανώς, τους Τατάρους να μεταναστεύσουν ελεύθερα πέραν όσων πέρασαν κρυφά τα σύνορα (στο ύψος της Αρμενίας πιθανόν). Στάλθηκαν μονάδες του Κόκκινου Στρατού στην Κριμαία και έγιναν 200 συλλήψεις περίπου για «αντεπαναστατική δραστηριότητα».

Στο γενικότερο πλαίσιο, φαίνεται να ισχύει ότι κατά την μεγάλη αναταραχή του 1930 υπήρξαν χαλαρές «αντεπαναστατικές» ή αντιπολιτευτικές αγροτικές οργανώσεις. Η ανάμειξη σε αυτές παλιών Σοσιαλεπαναστατών ή Μενσεβίκων ή άλλων μελών απαγορευμένων κομμάτων είναι πιθανή. Επίσης, παράδοξες οργανώσεις όπως οι “Chernye” («Σκούροι», «Σκοτεινοί»). Ακόμη, φαίνεται ότι υπήρξαν αρκετές «κουλάκικες» οργανώσεις, κυρίως με την έννοια της ένωσης και οργάνωσης ριζοσπαστικοποιημένων αγροτών σε εξεγερσιακή κατάσταση, όχι πάντοτε ευπόρων. Οι περισσότεροι όροι αυτοί συνιστούν πιο πολύ ετεροπροσδιορισμούς και σπανίως αυτοπροσδιορισμό αυτών των οργανώσεων.

Όσον αφορά την κατανομή των φύλων, οι γυναίκες εμπλέκονται περισσότερο σε καθημερινές διαμαρτυρίες (π.χ. διαδηλώσεις για έλλειψη τροφίμων), ενώ οι άνδρες στις πιο άμεσα βίαιες και γενικευμένες ταραχές όπου και το στοιχείο υλικής σύγκρουσης με τους μηχανισμούς τάξης του καθεστώτος.

Όπως έχουμε επισημάνει και αλλού, συνήθως ξεσηκώνεται όλο το χωριό κατά της εξουσίας (βασικά υπό την ηγεσία του αγρότη και πιο σπάνια των «καθαρά ευπόρων») και η ταξική διαφοροποίηση μεταξύ των εξεγερμένων αγροτών ήταν μικρή σχετικά.

Εξαίρεση φαίνεται να αποτέλεσε η περιοχή του Λένινγκραντ (Leningrad okrug) όπου, κατά την στατιστική της OGPU μετείχαν κατά 29,2 % εύποροι-κουλάκοι, κατά 51,1 % μεσαίοι και φτωχοί αγρότες και κατά 7% κληρικοί της υπαίθρου. Εδώ οι εξεγερμένοι ήταν σχετικά πιο εύποροι και ταξικά αναβαθμισμένοι[46].

Τέλος, πρέπει εμφατικά να επισημανθεί ο ιδεολογικός και οργανωτικός χαρακτήρας του κατώτερου αγροτικού κλήρου στις εξεγέρσεις κατά της σοβιετικής εξουσίας το 1930 και γενικά κατά την κολλεκτιβοποίηση. Υπήρξε αδιαμφισβήτητα πολύ σημαντικός. Οι εκκλησίες είναι συχνά τόποι «αντικαθεστωτικών» συναθροίσεων και η σύνδεση κολλεκτιβοποιητών και Αντιχρίστου προσδίδει μια ισχυρή ηγεμονική χροιά στον κλήρο ως τοπική «διανόηση» των εξεγέρσεων. Αναφέρεται ένα περιστατικό όπου ο πατήρ Pokrofsky δήλωσε στο ποίμνιό του στο Tverski okrug ότι θα σταματήσει να λειτουργεί. Χίλιες γυναίκες του ποιμνίου άρχισαν να κραυγάζουν και να οδύρονται. Πήγαν στο τοπικό αγροτικό σοβιέτ και άρχισαν να φωνάζουν έξω από την έδρα του: «Κάτω τα σοβιέτ, ζήτω ο ιερέας και η εκκλησία». Καταδικάζοντας την θρησκεία ως βασικό αμυντικό όπλο των κουλάκων κατά της κολλεκτιβοποίησης, έδωσαν στην εκκλησία έναν ρόλο ιδεολογικού τσιμέντου για την αγροτική διαμαρτυρία και εξέγερση. Ακόμη και αν εν μέρει η εκκλησία αποτελούσε όντως όργανο των ευπόρων αγροτών, κυρίως απέκτησε τον ρόλο ενός μαζικού οργανωτή των αδιαφοροποίητων αγροτών κατά της σοβιετικής εξουσίας, η οποία με βίαιο και αυταρχικό τρόπο εισήγαγε την τεχνική και πολιτισμική νεωτερικότητα στον σε σημαντικό βαθμό «ρομαντικό», παραδοσιακό και αντινεωτερικό κόσμο του ρωσικού χωριού και της ρωσικής αγροτικής κοινότητας η έστω των κοινωνικών και πολιτισμικών υπολειμμάτων της στα τέλη της δεκαετίας του 1920 και στις αρχές της δεκαετίας του 1930.

 

Το εξώφυλλο του επίσης κλασσικού έργου του Moshe Lewin “ Russian Peasants and Soviet Power” (Northeastern University Press, 1968).

 

 

[1] Στο σημείο αυτό ο Medvedev θυμίζει σωστά ότι η λογική μιας επείγουσας  υπερ-εκβιομηχάνισης- κολλεκτιβοποίησης, αν και δεν υπήρχαν  ακόμη επαρκείς υλικοί και τεχνικοί  όροι, μιας «δικτατορίας της βιομηχανίας»,  είχε προταθεί από τον Τρότσκυ το 1923 (Βλ. και στο κείμενό του “Theses on Industry” στην σειρά κειμένων του  The New Course, Trotsky 1923, www.marxists.archive). Roy Medvedev “Let History Judge-The origins and consequences of Stalinism”, New York 1972, Alfred Knopf Editions, σελ. 74. Αυτό, όμως, δεν αναιρεί ότι ο Τρότσκυ κατά την κολλεκτιβοποίηση άσκησε έντονη κριτική στον σπασμωδικό και βίαιο χαρακτήρα της έναντι των αγροτών, παρά το ότι θεώρησε το αποτέλεσμα αυτής και την «νίκη της γραφειοκρατίας έναντι του κουλάκου» ιστορικά προοδευτική και σταθεροποιητική της κοινωνικής ιδιοκτησίας στην ΕΣΣΔ.

[2] V.I. Lenin “Οn Cooperation”, Collected Works, Moscow 1965, Τόμος 33, σελ.  467-475. Από το έργο αυτό, το απόσπασμα στην αρχή.

[3] Βλ. σε Grover Furr ”Blood Lies. The Evidence that Every Accusation against Joseph Stalin and the Soviet Union in Timothy Snyder’s Bloodlands is False”, Red Star Publishers, 2014, ιδίως Κεφάλαιο 1- Collectivization and the Famine of 1932-1933-what really happened”, σελ. 56 επ. Σε αυτό το βιβλίο επιχειρεί να ανασκευάσει τα επιχειρήματα του Timothy Snyder στο βιβλίο του “Bloodlands-Europe between Hitler and Stalin”, Basic Books 2010.

[4] Lynne Viola, οπ.π.,, σελ. 113. Ομοίως, σε ομιλία του Theodor Shanin στο διεθνές συνέδριο για την επανάσταση του 1917, Αθήνα, Απρίλιος 2019.

[5] Lynne Viola, οπ.π.,, σελ. 130-131.

[6] Κατά μια έννοια, όμως, όπως εμείς το προσεγγίζουμε, ήταν μια μορφή έντονης ταξικής πάλης μεταξύ του μεσαίου αγρότη ως ηγέτη της αγροτικής κοινότητας και του σοβιετικού κράτους ως φορέα επιβολής ιδιόμορφων καπιταλιστικών ή πάντως ταξικών εκμεταλλευτικών σχέσεων στην ύπαιθρο (κρατικοκαπιταλιστικών) έναντι των βασικά μικροϊδιοκτητικών και ελεύθερα συνεργατικών σχέσεων και πολύ δευτερευόντως των κλασσικών (ιδιωτικών) καπιταλιστικών σχέσεων που σε περιορισμένο βαθμό όντως επεβίωναν ως τότε. Οι αντιτιθέμενοι ταξικοί πόλοι της σύγκρουσης ήταν η σοβιετική γραφειοκρατία που μεταμορφωνόταν ακριβώς τότε από κοινωνικό στρώμα σε κοινωνική τάξη και η αγροτική κοινότητα συνολικά, με κύρια μορφή τον μεσαίο αγρότη. Η θέση του σταλινικού καθεστώτος για «όξυνση της ταξικής πάλης στην ύπαιθρο» (σοσιαλισμός κατά κουλάκων) ήταν μια φανταστική μετάθεση ενός αντικειμενικού ταξικού πυρήνα. Βλ. για την οπτική αυτήν σε Σ. Μπετελέμ «Οι ταξικοί αγώνες στην ΕΣΣΔ 1923-1930», τ. ΙΙ οπ.π., ιδίως σελ. 204 και επ., 464 και επ., καθώς και « Οι ταξικοί αγώνες στην ΕΣΣΔ Τρίτη Περίοδος 1930-1941, τ.Γ1 Οι κυριαρχούμενοι, τ.Γ2 Οι κυρίαρχοι», Αθήνα 2017, εκδόσεις Κουκκίδα, μετάφραση Σπύρου Κακουριώτη.

[7] Για το αμφίσημο και το δομικά μη προσδιορίσιμο επαρκώς της έννοιας «τρομοκρατία» βλ. σε Δ. Μπελαντή « Αντιτρομοκρατική Νομοθεσία και Αρχή του Κράτους Δικαίου», Αθήνα 1997, Δίκαιο και Οικονομία. Στο έργο μας αυτό είχαμε αναδείξει τον ιστορικά πολύσημο, ρευστό και πολεμικά φορτισμένο χαρακτήρα της νομικοπολιτικής έννοιας «τρομοκρατία» και «τρομοκράτης».

[8] Lynne Viola, οπ.π.,, σελ. 101-102, 105. Βλ. σήμερα την  και φιλολογία για τους «τρομοκράτες της Χαμάς».

[9] Ταυτότητα των «θυμάτων τρομοκρατίας», οπ.π.,, σελ. 102, 111-112, Πίνακας 4.7. σε σελίδα 112, σελ. 117, 126 κ.α.

[10] Οπ.π.,, σελ. 110, Πίνακας 4.6.

[11] Οπ.π., σελ. 103 και Πίνακας 4.1. (εξέλιξη αριθμού περιστατικών ανά μήνα μεταξύ 1928 και 1930). Είναι εμφανές ότι η περίοδος από τον 9.1929 ως και τον 11.1929, που αντιστοιχεί στην τεράστια επιτάχυνση της κολλεκτιβοποίησης, ήταν και η πιο επιβαρυμένη σε περιστατικά βίας. Πηγή η συγκέντρωση και αξιολόγηση στοιχείων για την βίαιη σύγκρουση κατά την κολλεκτιβοποίηση από το Μυστικό Πολιτικό Τμήμα της OGPU. Παρατίθεται ως Sekretno politicheski otdel OGPU- Dokladnaia zapiska o formakh I dinamike klassovoi bor’by v derevne v 1930 godu”, σελ. 40, παραπεμπόμενο και περιεχόμενο σε Danilov-Manning-Viola “Tragediia”, οπ.π, 5 τόμοι.-συντόμευση δική μας : Dokladnaia zapiska o formakh….

[12] L. Viola, οπ.π.,, σελ. 112-113.

[13] Έχουμε δείξει την σχετικότητα αυτού του όρου.

[14] Οπ.π.,, σελ. 113, υποσημ. 26.

[15] Οπ.π.,, σελ. 116.

[16] Οπ.π.,, σελ.117 και υποσημ. 42 –  παραπομπή σε GARF (Γενικό Αρχείο της Ρωσικής Ομοσπονδίας) fond 5469 op, 13 d. 123 ll 28-40. Απόδοση από τα αγγλικά δική μας.

[17] Tucker “Stalin ΙΙ -Revolution from Above..”, οπ.π.,, σελ. 139 και υποσημ. 44. Στα αγγλικά : “We must deal the kulak such a blow that the middle peasant will snap attention before us”(απόδοση στα ελληνικά δική μας).

[18] Pood, μονάδα μέτρησης σιτηρών στην Ρωσία.

[19] L. Viola οπ.π.,σελ. 18, υποσημ. 45. Απόδοση από τα αγγλικά δική μας.

[20] Οπ.π.,, σελ. 119.

[21] Οπ.π.,, σελ. 119 και υποσημ. 46.

[22] Οπ.π.,, σελ. 120.

[23] Oπ.π., (L.Viola) σελ. 121-124.

[24] Δυστυχώς, στον 20ο αιώνα έγινε μια συστηματική απόπειρα οικειοποίησης του τραγουδιού από την γερμανική Ακροδεξιά και τον ναζισμό.

[25] Για την έννοια της «συλλογικής μνήμης» βλ. μεταξύ πολλών σε Maurice Halbwachs” On Collective Memory {1925}, University of Chicago Press, 1992.

[26] Για την συνείδηση μεγάλου τμήματος των αγροτών ότι η κολλεκτιβοποίηση ήταν μια δεύτερη barshchina, βλ. αναλυτικά σε Μπετελέμ ΙΙΙ (γερμ. Έκδοση 2016) σελ. 87 και επ., ελλ. έκδοση 2017 σελ. 92 και επ., επίσης σε Sh. Fitzpatrick οπ.π.,, σελ. 46, 69, αναλυτικά σελ. 128-151 (“A second serfdom?”).

[27] L. Viola, οπ.π.,, σελ. 122.

[28] Οπ.π.,, σελ. 123 και υποσημ. 67- παραπομπή στο κείμενο “Ιz istorii kollektivizatse sel’ skogo khoziastva Riazanskoi oblasti”, Riazan 1962 κ.α.

[29] Οπ.π., σελ. 125-126.

[30] Οπ.π., σελ. 126-127.

[31] Οπ.π., σελ. 127, παραπομπή και στο σχετικό έργο του P. Stephen Frank “Popular Justice, Community and Culture in Peasant Russia” , περιεχόμενο στον συλλογικό τόμο (εκδότες Ben Eklof, P. Stephen Frank, Boston 1990) “In the World of the Russian Peasant”. Βλ. επίσης και το έργο του Μ. Φουκώ « Για τη Λαϊκή Δικαιοσύνη» του 1972 – μια συζήτηση του Φουκώ με τους τότε μαοϊκούς Αντρέ Γκλυκσμάν και Μπενί Λεβί, Αθήνα 2011, εκδόσεις ΕΞΑΡΧΕΙΑ.

[32] L. Viola, οπ.π., σελ. 129.

[33] Βλ. αναλυτικά, από μια συντηρητική οπτική, την παρουσίαση του R. Pipes “Russia under the Bolshevic Regime 1919-1924”, 1997, οπ.π., σελ. 337-368 (“The Assault on Religion”). O Pipes, αντλώντας γνώση και άποψη ίσως και λόγω της εβραϊκής καταγωγής του, υποστηρίζει ότι υπήρξαν στην δεκαετία του ’20 και του ’30 διώξεις των Μπολσεβίκων και κατά μη χριστιανικών θρησκειών όπως η εβραϊκή και η μουσουλμανική.

[34] Το ζήτημα της παραδοσιακής αγροτικής κοινότητας στην Ρωσία και της δυνατής σχέσης της με την μετάβαση στον κομμουνισμό είχε απασχολήσει πολύ τον Μαρξ κατά την συζήτησή του με την Ρωσίδα σοσιαλίστρια Βέρα Ζάσουλιτς. Βλ. σχετικά σε Theodor Shanin “Late Marx and the Russian Road- Marx and the Peripheries of Capitalism”, Monthly Review 1983.

[35] Βλ., μεταξύ πολλών, σε Κ. Παπαϊωάννου «Η γένεση του ολοκληρωτισμού», οπ.π., (Εναλλακτικές Εκδόσεις 1994) καθώς και στο άλλο έργο του «Κράτος και φιλοσοφία- ο διάλογος Μαρξ-Χέγκελ», {1954}, Αθήνα 1990, Εναλλακτικές Εκδόσεις, μετάφραση Γιώργου Καραμπελιά. Ιδίως σελ. 113 και επ., «Ο Μαρξ και η αστική κοινωνία». Η προβληματική της τάσης προς τον εργαλειακό -εξουσιαστικό Διαφωτισμό έχει παρουσιασθεί ιδίως σε Μ. Χορκχάιμερ – Τ. Αντόρνο, «Η διαλεκτική του διαφωτισμού» {1947}, Αθήνα 1986, εκδόσεις Ύψιλον, μετάφραση Ζήση Σαρίκα.

[36] Fitzpatrick, οπ.π., σελ. 34 και υποσημ. 39 παραπομπή σε Dekrety 2 : 561, KPSSvR 2; 469-472 κα

[37] Οπ.π., σελ. 59.

[38] Fitzpatrick, οπ.π., σελ. 67-69.

[39] L. Viola, oπ.π., σελ. 130-131.

[40] Lynne Viola οπ.π., σελ. 133.

[41] Oπ.π. σελ. 133 και υποσημ. 3.  Παραπομπή σε N A. Ivnitskii (εκδότης- συλλογή κειμένων) : “Dokladnaia Zapiska Kolhkhoztsentra vTsK VKP (b)o kolkhoznom stroitel’sve v 1928-1929gg- Materialy po istorii SSSR “, vol 7,Moscow 1959, σελ. 245.

[42] Pravda 2-3-1930, στα ελληνικά «Ίλιγγος από τις επιτυχίες», σε Ι. Β. Στάλιν «Ζητήματα Λενινισμού», έκδοση της ΚΕ του ΚΚΕ, χ.χρ.ε., σελ. 408-415.

[43] Lynne Viola oπ.π. σελ. 134 και υποσημ. 10-παραπομπή σε Dokladnaia zapiska o formakh.. οπ.π., σελ. 48, 68.

[44]Οπ.π., σελ. 135-136.

[45] Οπ.π., σελ. 141, υποσημ. 26, παραπομπή σε V.P.Danilov et all ”Sovetskoe kress’ ianstvo’.Moscow 1973, σελ. 281 κα.

[46] Οπ.π., σελ. 143 και υποσημ. 33.