Κομμουνιστές χωρίς επανάσταση. Μια θέση για το σύγχρονο επαναστατικό υποκείμενο

25/12/2015

Κομμουνιστές χωρίς επανάσταση. Μια θέση για το σύγχρονο επαναστατικό υποκείμενο

Δημήτρης Μπελαντής
Πηγή: RedNotebook

  1. Η μαρξική θεωρία για την εργατική τάξη ως επαναστατικό υποκείμενο

Στον κλασικό μαρξισμό, η θεωρία του επαναστατικού υποκειμένου στον καπιταλισμό στηρίζεται σε μια παραδοχή ιδιαιτερότητας του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής (ΚΤΠ) σε σχέση με τους προκαπιταλιστικούς κοινωνικούς μετασχηματισμούς. Η ιδιαιτερότητα ή ιδιομορφία του ΚΤΠ έγκειται στον συμβολαιακό οικονομικό/μη εξωοικονομικό καταναγκασμό της εργατικής τάξης ως της βασικής κυριαρχούμενης και εκμεταλλευόμενης τάξης ως προς την πώληση της εργατικής της δύναμης και την απόσπαση υπεραξίας/πλεονάσματος από αυτήν. Εδώ, το πλεόνασμα αποσπάται από την τάξη με την αξιοποίηση της εργατικής της δύναμης ως εμπορεύματος/αξίας ως αφηρημένης εργασίας, και την πώληση αυτού του εμπορεύματος στον καπιταλιστή, για λόγους που έχουν να κάνουν με την επιβίωση και την οικονομική αναπαραγωγή του εργάτη. Αντίθετα, στους προκαπιταλιστικούς σχηματισμούς, ο εκμεταλλευόμενος (δούλος, δουλοπάροικος, αγρότης στον ασιατικό τρόπο παραγωγής) έχει την νομή, το φυσικό έλεγχο των μέσων εργασίας – και χρειάζεται η άσκηση εξωοικονομικού καταναγκασμού (κυρίως δια της υλικής στρατιωτικής καταστολής, και λιγότερο διά της ιδεολογικής χειραγώγησης, όπως εν μέρει στην φεουδαρχία) για να υποχρεωθεί ο εκμεταλλευόμενος να παράσχει εργασία/υπερεργασία στον κυρίαρχο.Παρά το γεγονός ότι η οικονομική εκμετάλλευση στον καπιταλισμό συντελείται διά της «εξατομίκευσης» του εργάτη στην οικονομική σφαίρα, εξατομίκευσης που εκφράζεται και στην οικονομική ταξική πάλη (βλ. Ν. Πουλαντζάς, «Πολιτική εξουσία και κοινωνικές τάξεις», τ.Α’, 1975), παρά το γεγονός ότι ο εργάτης ξεκινά από μια θέση ασθενέστερης οικονομικής ισχύος από τον εργαζόμενο στους προκαπιταλιστικούς σχηματισμούς, αφού δεν διαθέτει –ιδίως μετά την μανιφακτούρα– τα μέσα εργασίας υπό τον έλεγχό του, στην πραγματικότητα, ο εργάτης ως «ελεύθερος» νομικά και ως μη υποκείμενος στην υποδούλωση και την αναγκαστική στρατιωτική βία του κυρίαρχου, φαίνεται να είναι κατ’ αρχήν αντικειμενικά ισχυρότερος σε κοινωνική κλίμακα από τον υποδουλωμένο εργαζόμενο στους προκαπιταλιστικούς σχηματισμούς. Η ίδια η αστική οργάνωση της εκμετάλλευσης, αλλά και η επίτευξη της νομικής ισότητας και της κατάργησης τω «θεσμικών τάξεων» από τις αστικές επαναστάσεις τοποθετεί τον εργάτη ως ισότιμο και ελεύθερο μέλος της αστικής κοινωνίας. Αυτή η κατάσταση, όχι μόνο επιτρέπει την ταξική κινητικότητα, αλλά εγγράφει τον εργάτη ως ισότιμο τυπικά συμβαλλόμενο με τον καπιταλιστή. Η σχέση εκμετάλλευσης είναι πια μια ελεύθερη συμβατική σχέση, πόσω μάλλον που ο Μαρξ υποστηρίζει ότι το εμπόρευμα εργατική δύναμη, παρά τις διακυμάνσεις της τιμής του, πωλείται πράγματι στην αξία του.

Παρά το γεγονός ότι αυτή η τυπική ισότητα ορθώς λοιδωρείται από τον μαρξισμό, η ισότητα του να είσαι πλούσιος ή φτωχός κατά τον Ανατόλ Φρανς, η ισότητα του να δειπνείς σε κοσμικά εστιατόρια ή να κοιμάσαι κάτω από τις γέφυρες, η ισότητα του να δουλεύεις 15 ώρες την ημέρα στη Βιομηχανική Επανάσταση, είναι ένα καθεστώς που δίνει συμβολική δύναμη στον εργάτη και θα μπορούσε να τροφοδοτήσει την εξέγερσή του με μια μεγαλύτερη συμβολική ισχύ. Η επίτευξη της νομικής ισότητας θα μπορούσε να τροφοδοτήσει –όπως και έκανε– ένα σημαντικό βήμα προς την επίτευξη της κοινωνικής ισότητας: δεν είναι τυχαίος ο προβληματισμός του Μαρξ στο «Εβραϊκό Ζήτημα» για την σχέση τυπικής νομικής ισότητας, πολιτικής ισότητας και κοινωνικής απελευθέρωσης. Όμως, η επίτευξη της νομικής ισότητας είναι δίκοπο μαχαίρι: δίνει κοινωνική δύναμη σε αυτόν που την κατέχει αλλά και τον εντάσσει συμβολικά και φαντασιακά στον ελεύθερο κόσμο του κεφαλαίου, στην «κοινότητα της εργασίας».

Η θεωρία του επαναστατικού υποκειμένου δεν εδράζεται μόνο στην αφετηρία της νομικής/συμβολαιακής ισότητας. Εδράζεται και σε δύο ακόμη σοβαρούς παράγοντες. Κατ’ αρχήν, στον κοινωνικοποιημένο χαρακτήρα της εργασιακής διαδικασίας στον καπιταλισμό, και ιδίως στον ώριμο καπιταλισμό. Η ένταξη του εργάτη στο μεγάλο εργοστάσιο και η ανάπτυξη μιας μορφής καταμερισμού της εργασίας και ενός «συλλογικού εργάτη», ο οποίος μετέχει στην απόκτηση και διατήρηση εργασιακών δεξιοτήτων αλλά και στη στέρησή τους (ιδίως δια του ταιυλορισμού), η σύνδεση της εργασίας με την παραγωγή επιστημονικής γνώσης και τεχνικής, διαμορφώνει τρεις σημαντικές τάσεις:

Κατά πρώτον, την ανάδυση ενός εργαζόμενου που αντιλαμβάνεται καλύτερα και συνολικότερα την κοινωνικοποιημένη παραγωγική διαδικασία και έχει γνώσεις και δεξιότητες για να την αναλάβει μέσα από τα συμβούλια και τον εργασιακό έλεγχο – ενός εργαζόμενου που αποσπά με αγώνες μορφές κατανόησης και διεύθυνσης της παραγωγικής διαδικασίας από τον διευθυντικό μηχανισμό του κεφαλαίου και οικοδομεί τον δικό της «συλλογικό εργάτη» και τον δικό της «συλλογικό διανοούμενο». Αυτή η διάσταση υπάρχει υπόρρητα αλλά όχι επαρκώς τονισμένη στο μαρξικό έργο (ιδίως στα «Grundrisse») και αναδεικνύεται ιδίως μέσα από την κριτική του ταιυλορισμού στην νεομαρξιστική κριτική του ’60 και του ’70. Αναδεικνύεται, ακόμη περισσότερο, μέσα την κριτική της Πολιτιστικής Επανάστασης στην Κίνα προς την επιστημονική γνώση και τεχνική ως εργαλείο εξουσίας του κεφαλαίου και των διευθυντικών του μηχανισμών.

Κατά δεύτερον –και εδώ ο Μαρξ παίζει σημαντικό ρόλο– στην κατανόηση μιας έντονα κοινωνικοποιητικής διαδικασίας, όπου το εργοστάσιο, σε αντίθεση με την ατομική ιδιοποίηση του πλεονάσματος, είναι το έμβρυο και ο προπομπός μιας εθνικής κοινωνικοποίησης και συγκέντρωσης της εργασιακής και παραγωγικής διαδικασίας, ο προπομπός του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού. Κατά τρίτον, η κοινωνικοποίηση της εργασίας στον βιομηχανικό καπιταλισμό ενισχύει την αντίσταση του εργατικού υποκειμένου και την ανάδυση μιας εργατικής αντιεξουσίας απέναντι σε αυτήν του κεφαλαίου και του διευθυντικού του μηχανισμού. Βεβαίως, η εμφάνιση αυτής της αντιεξουσίας, αρκετά υπαρκτή στα «Grundrisse», δεν φαίνεται να παίρνει έντονη μορφή στο ίδιο το «Κεφάλαιο». Επίσης, η αντιεξουσία συναρθρώνεται και με μια θετική «πειθάρχηση» και κοινωνικοποίηση της εργασίας μέσα στην «μεγάλη παραγωγή».

Κατά τρίτον, έχω την γνώμη ότι ο επαναστατικός χαρακτήρας της εργατικής τάξης θεμελιώνεται και σε μια διάσταση ιδιαίτερου θαυμασμού του Μαρξ προς τον καπιταλισμό ως την πιο προχωρημένη, κοινωνικά, επιστημονικά και θεσμικά μορφή της εκμεταλλευτικής ταξικής κοινωνίας. Αν ο καπιταλισμός είναι το «τέλος» της ταξικής κοινωνίας, δηλαδή ο εγελιανός σκοπός της ιστορικής κοινωνικής εξέλιξης, δηλαδή η πιο σύνθετη, ολοκληρωμένη, επιστημονικά σχεδιασμένη και πολιτικά νομιμοποιημένη μορφή της ταξικής κοινωνίας, τότε η εκμεταλλευόμενη τάξη στον καπιταλισμό μπορεί –αυτή και μόνο αυτή– να γίνει ο φορέας εξόδου από την ταξική κοινωνία στην κοινωνική απελευθέρωση και χειραφέτηση. Αυτή η θέση δεν μπορεί να κατανοηθεί εκτός της αντίληψης για τον βιομηχανικό ιδίως καπιταλισμό ως ένα απεχθές αλλά και θαυμαστό προϊόν του Διαφωτισμού. Αυτός ο θαυμασμός είναι υπαρκτός, αν και συνυπάρχει με την πιο οξεία κριτική του εργοστασιακού δεσποτισμού και της ταξικής εκμετάλλευσης. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι ο Μαρξ, στα αρχικά του κείμενα για την βρετανική επικυριαρχία στην Ινδία, παραβλέπει την καταστροφή του ίδιου του ινδικού καπιταλισμού από τους Βρετανούς αλλά και την βαθιά καταστροφή των κοινωνικών δομών και εστιάζει σε μια δήθεν προοδευτική και εκσυγχρονιστική δυναμική της παρέμβασης του βρετανικού ιμπεριαλισμού. Αργότερα, ο Μαρξ θα διαπιστώσει τον αντιδραστικό χαρακτήρα του βρετανικού ιμπεριαλισμού στην Ινδία αλλά και την πιθανή δυνατότητα παρέκβασης του καπιταλιστικού σταδίου στη Ρωσία.

Όμως, αν η υπόθεση της σοσιαλιστικής επανάστασης ξεκινά από την αντικειμενική θέση της εργατικής τάξης στην παραγωγική και εργασιακή διαδικασία, φαίνεται να ενισχύεται από την σταδιακή πολιτική ενδυνάμωση της εργατικής τάξης από τα μέσα του 19ου αιώνα και μετά.
2. Η πολιτική χειραφέτηση της εργατικής τάξης και η διπλή διαλεκτική της: η αυταπάτη της εκλογικής δύναμης και ο μακροχρόνιος ταξικός συσχετισμός

Πράγματι, η εργατική τάξη μέσα από τους αγώνες της στον 19ο αιώνα, μέσα από την ενεργή στήριξη των αστικών επαναστάσεων αλλά και τα πρώτα σκιρτήματα της σοσιαλιστικής εξέγερσης/επανάστασης, όπως ο γαλλικός Ιούνης του 1848 ή η Κομμούνα στο Παρίσι του 1871, αποκτά σταδιακά πολιτικά δικαιώματα, γενόμενη ο βασικός παράγοντας μετεξέλιξης του ολιγαρχικού φιλελευθερισμού σε μια μορφή συμμετοχικής αστικής δημοκρατίας. Η διαδικασία αυτή ξεκινά από το 1830 και φτάνει οριακά ως την πέμπτη δεκαετία του 20ου αιώνα, με την επίτευξη της πολιτικής ελευθερίας και τη συμμετοχή της εργατικής τάξης στην αστική δημοκρατία χάρη και στο ρόλο της στον Πρώτο και το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Όπως είναι εύλογο, μέσα από τους κοινωνικούς αγώνες, αλλά και ιδίως μέσα από την αντιφασιστική εμπειρία του Β’ ΠΠ, η πολιτική χειραφέτηση της εργατικής τάξης αλλά και η ενεργός συμμετοχή της στις πολιτικές διεκδικήσεις εντός της αστικής δημοκρατίας, ωθεί στην απόκτηση των κοινωνικών/εργασιακών της δικαιωμάτων και στην συγκρότηση ενός φιλεργατικού κοινωνικού κράτους. Η πολιτική χειραφέτηση φέρνει την κοινωνική ενδυνάμωση.

Όμως, η πολιτική χειραφέτηση και η κοινωνική ενδυνάμωση δεν επιφέρει αναγκαστικά, ή έστω ως βασική τάση, και την επαναστατική ρήξη. Συχνά μάλιστα συμβαίνει το αντίθετο. Η θέση του Ένγκελς στον περίφημο πρόλογό του στο έργο του Μαρξ «Ταξικοί Αγώνες στην Γαλλία» το 1895, περί του τέλους της επαναστατικής βίας, και η συνακόλουθη θέση του Μπερνστάιν ότι η σταδιακή ενδυνάμωση της εργατικής τάξης στον καπιταλισμό θα οδηγήσει στον σοσιαλισμό –παρά την τότε καταδίκη της από την μαρξιστική «ορθοδοξία» της Β’ Διεθνούς, από τον Κάουτσκυ και την Ρόζα–, υποδηλώνουν αυτό που ο Ρ. Μίχελς θα γράψει ανοιχτά: ότι τα σοσιαλιστικά κόμματα, έχοντας γραφειοκρατικοποιηθεί, ολιγαρχοποιηθεί και ενταχθεί στις πολιτικές δομές της αστικής δημοκρατίας, στηρίζουν πια την κοινωνική μεταρρύθμιση και όχι την επανάσταση (Ρ. Μίχελς «Κοινωνιολογία των πολιτικών κομμάτων στη σύγχρονη δημοκρατία-έρευνες γύρω από τις ολιγαρχικές τάσεις του ομαδικού βίου», 1997). Ο Μίχελς, η Ρόζα αλλά και ο Α. Πάνεκοκ καθώς και ο Ζ. Σορέλ στις «Σκέψεις πάνω στη βία» θα το καταγγείλουν, ο καθένας με τον ιδιαίτερο τρόπο του. Η συγκυρία του Αυγούστου του 1914, πέρα από το πάθος για την «εθνική άμυνα», στο οποίο προσχωρεί πλειοψηφικά και η εργατική τάξη, καταγράφει την οργανική ένταξη των μαρξιστών στο όνομα σοσιαλδημοκρατίας στο αστικό δημοκρατικό κράτος, την άνοδο της «εθνικής ενότητας» έναντι του ταξικού ανταγωνισμού. Το έθνος που υπερασπίζει πια η γαλλική, η βρετανική και η γερμανική εργατική τάξη είναι ένα συνταγματικό και δυνάμει κοινωνικό κράτος-έθνος, στο οποίο αυτές οι τάξεις κατ’αρχήν νιώθουν να εντάσσονται.

Η θεώρηση του Λένιν στον «Ιμπεριαλισμό, ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού» για τις αιτίες του ρεφορμισμού-οπορτουνισμού είναι μια πολύ περιορισμένη ερμηνεία, η οποία αδικεί τη συνήθη οξυδέρκειά του (Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1980, ιδίως σελ. 105-109). Προφανώς, η σοσιαλδημοκρατική και η συνδικαλιστική ηγεσία στην Δύση έχουν «εξαγορασθεί» εν πολλοίς από τον ιμπεριαλισμό/καπιταλισμό και τα υπερκέρδη του, καθώς και τις δυνατότητες συμβολικής εξουσίας που μπορεί να παράσχει. Όμως, αυτή η ερμηνεία δεν εξηγεί ικανοποιητικά γιατί σε μια συγκυρία κρίσης του συστήματος, όπως ο Α’ ΠΠ το 1914, μια μεγάλη, αν όχι πλειοψηφική τάση της εργατικής τάξης ακολουθεί την εξαγορασμένη ηγεσία, γιατί δεν διαφοροποιείται ικανοποιητικά από την κυριαρχία της και δεν αμφισβητεί την «Ιερή Συμμαχία». Δεν εξηγεί, επίσης, καθόλου, γιατί η εργατική τάξη στη Δύση, στην πλειοψηφία της, όντας ματωμένη, εξαντλημένη, φτωχή και απογοητευμένη από τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο και το σύστημα, δεν ακολουθεί με επιτυχία το επαναστατικό εγχείρημα στην Ευρώπη στην επαναστατική περίοδο που ακολουθεί τον Οκτώβρη, στην περίοδο 1918-1923. Γιατί δηλαδή ένα σημαντικό τμήμα της παραμένει απαθές ή και εντάσσεται στους στρατούς της αντεπανάστασης, από τα Freikorps ως την καταστολή της Κομούνας της Βουδαπέστης το 1919.

Κατά τη γνώμη μου, η ερμηνεία της ήττας στην περίοδο 1917-1923 (και σε Χ. Γκρούμπερ «Η επανάσταση στην Ευρώπη 1917-1923», Αθήνα 1986, Κομμούνα), και της συνακόλουθης μεγάλης ήττας που είναι η άνοδος του ναζισμού στην Γερμανία, είναι αρκετά σύνθετη και θέτει σε προβληματισμό την άποψη περί του μονοσήμαντα επαναστατικού ιστορικά ρόλου της εργατικής τάξης, οδηγώντας στη θέση του δυνάμει ή εν μέρει επαναστατικού της ρόλου. Στην πραγματικότητα, η εργατική τάξη είναι μια αντιφατική ιστορικά τάξη. Σε αυτήν συνυπάρχουν και η τάση προς την εξέγερση/επανάσταση (ρήξη με την κεφαλαιακή σχέση), για τους λόγους που αναπτύχθηκαν παραπάνω εντός της μαρξικής σκέψης, αλλά και η τάση προς την υπακοή/αφομοίωση στην κεφαλαιακή σχέση. Αυτό που κρίνει την τελική έκβαση ανάμεσα σε αυτές τις ανταγωνιστικές τάσεις είναι ο συνδυασμός του ΚΜΤΣ (κεντρικού μακροχρόνιου πολιτικού ταξικού συσχετισμού) με τον βραχυχρόνιο πολιτικό ταξικό συσχετισμό. Ο μακροχρόνιος ταξικός συσχετισμός είναι η έκβαση της ταξικής πάλης, ιδίως της πολιτικής και ιδεολογικής, στον «μακρό χρόνο» (εδώ χρησιμοποιω τον «μακρό χρόνο» της Ιστορίας με την έννοια του longue durée [μακρά διάρκεια] της σχολής των Annales, όπως ιδίως χρησιμοποιήθηκε από συγγραφείς όπως ο Μαρκ Μπλοχ, ο Λυσιέν Φεβρ ή ο Φερνάν Μπρωντέλ).

Στο σημείο αυτό, πρέπει να επισημάνουμε λακωνικά την αδυναμία της λενινιστικής θέσης για το κόμμα και τις μάζες έναντι της πιο αξιόπιστης λουξεμπουργκιστικής, ιδίως στο έργο της «Μαζική απεργία, κόμμα, συνδικάτα» (Αθήνα, 2007, Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο). Στο μακρό χρόνο, η εξεγερτική τάση διαμορφώνεται, όπως στη Ρωσία από το 1905 ως το 1917 ή στην Κίνα από το 1927 ως το 1949, μέσα από μια άνοδο της πολιτικής, κοινωνικής και πολιτισμικής ισχύος της εργατικής τάξης, από μια άνοδο της πολιτικής της ταξικής συνείδησης, από μια άνοδο της συμμαχικής και ηγεμονικής της ικανότητας προς τις άλλες κυριαρχούμενες τάξεις, από μια ενίσχυση του ιδιαίτερου ενοποιητικού της κοινωνικού πολιτισμού. Αντίθετα, στον «μακρό χρόνο», η τάση αφομοίωσης/υποταγής διαμορφώνεται από την απτή εμπειρία της δυνατότητας κατάκτησης μεταρρυθμίσεων χωρίς το κόστος της πολιτικής βίας και ιδίως του εμφυλίου πολέμου, από μια άμβλυνση της ταξικής της συνείδησης, από μια σύγκλιση με τις «μεσαίες τάξεις» και από μια υποχώρηση των ριζοσπαστικών όψεων του κοινωνικού της πολιτισμού, πιθανόν και από τον φόβο μπρος στην βίαιη σύγκρουση ή και από την αφομοίωση των ιστορικών της ηττών. Ο Λένιν κατανοεί την τάση υπακοής/αφομοίωσης της μισθωτής εργασίας στο «Τι να κάνουμε», μιλώντας για την αυθόρμητα ρεφορμιστική ή αναρχοσυνδικαλιστική συνείδηση της εργατικής τάξης, αλλά ελπίζει να την κατανικήσει με το Κόμμα Νέου Τυπου: στη Ρωσία το πετυχαίνει σε κάποιο βαθμό. Η τάση αφομοίωσης και υπακοής ως ανερχόμενη τάση είναι αυτό που συνέβη σταδιακά στην εργατική τάξη του Μεσοπολέμου και του Μεταπολέμου στη Δύση, είναι αυτό που συνέβη στην ελληνική εργατική τάξη στην μεταπολίτευση και μέχρι σήμερα, είναι αυτό που ως τάση μάλλον αυξάνεται, όσο ο καπιταλισμός επιβιώνει μέσα στην δομική του κρίση, αποποιούμενος το Διαφωτισμό. Είναι η τάση των «ομαλών περιόδων» του καπιταλισμού ή και της ομαλοποίησης του «κράτους-κρίσης». Ο δυνάμει επαναστατικός ρόλος ηττήθηκε στις περιπτώσεις αυτές από την δυνάμει τάση αφομοίωσης. Ουσιαστικά, πρόκειται για αυτό που ο Πουλαντζάς προσδιορίζει ως πολιτική ταξική τοποθέτηση της εργατικής τάξης, εκδιπλούμενο στον μακρό χρόνο, και εδώ ως αρνητική για την επανάσταση πολιτική εξέλιξη («Οι κοινωνικές τάξεις στον σύγχρονο καπιταλισμό», Αθήνα 1990, Θεμέλιο, σελ. 16-17).

Η θέση αυτή για την σχέση μακροχρόνιου και βραχυχρόνιου (βασικά πολιτικού) ταξικού συσχετισμού προϋποθέτει, σε κάθε περίπτωση, μια ανάγνωση των κοινωνικών τάξεων και ιδίως της εργατικής και της αστικής ως τάξεων που συγκροτούνται μέσα και από την ταξική πάλη και δεν υπάρχουν πριν ή πέρα από αυτήν. Προϋποθέτει, επίσης, σε κάθε περίπτωση την προτεραιότητα της ταξικής πάλης έναντι των παραγωγικών δυνάμεων, σε αντίθεση με τον οικονομίστικο και εξελικτικιστικό μαρξισμό.

Στα πλαίσια αυτά της μακροχρόνιας ριζοσπαστικής ενδυνάμωσης ή αποδυνάμωσης της εργατικής τάξης, η τάξη λειτουργεί ως ένα σχετικά αυτόνομο κοινωνικό και πολιτικό υποκείμενο που διαδρά με την αστική κοινωνία, με την αστική τάξη και τον κυρίαρχο πολιτισμό, με τις άλλες λαϊκές και ενδιάμεσες τάξεις, και τον ιδιαίτερο πολιτισμό και ιδεολογίες τους, και δεν είναι απλώς ένα εξάρτημα του επαναστατικού ή του ρεφορμιστικού κόμματος της εργατικής τάξης. Αντίθετα, μπορεί να υποστηρίξει κανείς ότι η τάξη λειτουργώντας εξεγερτικά ή επιβιωτικά επιλέγει να χρησιμοποιήσει το πολιτικό υποκείμενο για τους σκοπούς της-σε μεγάλο βαθμό. Όμως, αυτό δεν σημαίνει καθόλου το ότι η ύπαρξη ενός επαναστατικού κόμματος είναι κάτι το ασήμαντο στον μακρό ή και στο βραχύ χρόνο. Το επαναστατικό ή έστω ριζοσπαστικό κόμμα ή οργάνωση παίζει σημαντικό-αλλά όχι αποκλειστικό-ρόλο στην ενδυνάμωση του επαναστατικού ρόλου ως εκδοχής, στην ενδυνάμωση της πολιτικής και ιδεολογικής ταξικής συνείδησης και στην ενδυνάμωση του κοινωνικού εργατικού πολιτισμού. Ή αντίθετα, οι αδυναμίες του τροφοδοτούν την αντίρροπη τάση. Όμως, πρόκειται για έναν ρόλο συμβολής/συνδιαμόρφωσης και όχι για έναν ρόλο αποκλειστικό ή απόλυτα κυρίαρχο στην διαμόρφωση της ταξικής συνείδησης και πρακτικής.

Από την άλλη πλευρά, η επαναστατική τάση και οργάνωση μπορεί να καθορίσει σε σημαντικό βαθμό το βραχυχρόνιο ταξικό συσχετισμό δύναμης. Αυτό συμβαίνει κυρίως γιατί είναι δυνατό ένας εξεγερσιακός μακροχρόνιος συσχετισμός (όπως στην Ισπανία του ’36 ή στην Πορτογαλία του ’74-75) να έχει απέναντί του ισχυρές αντίρροπες τάσεις ή και ισχυρές μακροχρόνιες τάσεις υπακοής και αφομοίωσης. Στην περίπτωση αυτήν, η ήττα μπορεί να αποδοθεί σε μεγαλύτερο βαθμό, όταν αναπτύσσεται μια αντίρροπη μακροχρόνια ισορροπία, στην έκβαση του βραχυχρόνιου πολιτικού συσχετισμού. Οι αδυναμίες της επαναστατικής τάσης και οργάνωσης, όταν οι μακροχρόνιοι συσχετισμοί είναι ισόρροποι, μπορούν να παίξουν καθοριστικό ρόλο. Αυτό, κατά την γνώμη μου, σημάδεψε την μακροχρόνια επαναστατική κατάσταση στην Ιταλία του ‘70, όπου η μακροχρόνια επαναστατική τάση συμπλέχθηκε με μια μακροχρόνια τάση αφομοίωσης, συνδεδεμένη ιδίως με το ΙΚΚ και την θεσμική-κυβερνητική Αριστερά, και όπου δεν αναπτύχθηκε μια αντίστοιχη προς την συγκυρία επαναστατική οργάνωση μαρξιστική ή αναρχική στον βραχύ χρόνο.

Τέλος, η βασική απόρριψη της ερμηνείας της «κρίσης επαναστατικής ηγεσίας» οδηγεί σε μια θεώρηση της εργατικής τάξης ως κοινωνικά προσδιορισμένου αλλά και αυτόνομου κοινωνικού και πολιτικού υποκειμένου, το οποίο δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τις δράσεις των αρχουσών τάξεων (που την καταπνίγουν, καταστέλλουν, χειραγωγούν, κλπ) ούτε από την «σοφία των ηγετών της» – συνεπώς, η επιλογή της να επαναστατήσει ή έστω να αντισταθεί έχει και μια σοβαρή ηθική και πολιτική διάσταση, μια διάσταση ηθικοπολιτικής αυτονομίας και υποκειμενικής ευθύνης. Η τάξη δεν είναι άθυρμα των ηγεσιών της, ακόμη και αποδεχόμενη την επιβιωτική προσαρμογή παραμένει ένα ηθικό πολιτικό συλλογικό υποκείμενο.

Σε κάθε περίπτωση, θα ήθελα στο σημείο αυτό να επαναφέρω την θέση του Πέρυ Άντερσον το 1977 («Οι αντινομίες του Αντόνιο Γκράμσι», Αθήνα 1985, σελ. 30-33), ο οποίος υποστηρίζει ότι ο βασικός ιδεολογικός μηχανισμός του αστικού κράτους είναι η αστική κοινοβουλευτική δημοκρατία, παρά το ότι η αστική δημοκρατία έχει παραφθαρεί και αποδυναμωθεί/εκφυλισθεί αφάνταστα από το 1977 μέχρι σήμερα. Η αστική δημοκρατία, σε συνδυασμό με τους ανελθόντες μηχανισμούς των ΜΜΕ και της ηλεκτρονικής επικοινωνίας και ψυχαγωγία,ς στα 40 χρόνια που πέρασαν είναι ένα έδαφος –παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα– μάλλον γόνιμο για την αστική ηγεμονία και σχετικά αποδυναμωτικό για την εργατική αντιηγεμονία. Η αστική δημοκρατία, σε συνδυασμό και με το κοινωνικό κράτος αλλά και με την τάση προς τον ατομικισμό-καταναλωτισμό-ναρκισσισμό, παρά την προσωρινή κοινωνική ενδυνάμωση των εργατών, διαβρώνει μακροχρόνια την επαναστατική τάση, την καθιστά μια έντονα «εξαιρετική» τάση εντός της μισθωτής εργασίας. Ο Μαρκούζε, παρά τις υπερβολές του, έχει κάποιο εύλογο επιχείρημα στο «Μονοδιάστατο Άνθρωπο» (1961), μιλώντας για την παρακμή του εργατικού επαναστατικού υποκειμένου μέσω του καταναλωτισμού και της εξατομίκευσης. Πάνω σε αυτό το μοτίβο, θα ήθελα να σταθώ στο ζήτημα των τριών επαναστατικών κύκλων που γνώρισε ο 20ος αιώνας. Τέλος, θα καταγράψω ορισμένες ιδεολογικές, κοινωνικές και πολιτισμικές τάσεις της σύγχρονης μισθωτής εργασίας, όπως διαμορφώνονται πιο μακροχρόνια.
3. Οι τρεις επαναστατικοί κύκλοι στην διάρκεια του 20ου αιώνα

Πρώτος κύκλος Ο πρώτος επαναστατικός κύκλος είναι αυτός που ανοίγει η μεγάλη ρώσικη επανάσταση του 1917 και που κλείνει με την ήττα της ισπανικής επανάστασης στα 1936-1937 και την πορεία πια προς τον Β’ΠΠ. Ο κύκλος αυτός ξεκινά από μια χώρα, τη Ρωσία, που δεν έχει κοινοβουλευτική και ηγεμονική παράδοση κι όπου έχουν συμπυκνωθεί όλες οι εσωτερικές και οι διεθνείς καπιταλιστικές αντιθέσεις, όπως, επίσης, και όψεις καπιταλιστικής ανάπτυξης και καθυστέρησης μαζί. Σε αυτή την χώρα, η επανάσταση νικά το σάπιο και ασταθές καπιταλιστικό καθεστώς, αν και όχι αναίμακτα, όπως καμία φορά λέγεται, αλλά με έναν παρατεταμένο εμφύλιο πόλεμο που προκάλεσε εκατομμύρια νεκρούς. Εξαπλωνόμενη στην Δύση, η επανάσταση ηττάται παντού, από την Γερμανία, ιδίως στα 1918-1923, ως την Ουγγαρία (1919), τη Βιέννη (1919), τη Φινλανδία (1918), την Πολωνία (1920). Οι μάζες σε αυτές τις χώρες διασπώνται με κρίσιμο τρόπο, μια ισχυρή μειοψηφία τάσσεται μέσα στις συνθήκες κατάρρευσης με την επανάσταση, μια μάλλον ασταθής πλειοψηφική τάση τάσσεται με την αντεπαναστατική σοσιαλδημοκρατία ή με τον ακραίο και φιλοφασιστικό αστικό εθνικισμό. Πρόκειται για την τάση προς την «παθητική επανάσταση», όπως θα την ονομάσει ο Γκράμσι. Δύο στρατόπεδα οργανώνονται εντός της εργατικής τάξης και ακόμη περισσότερο εντός των λαϊκών τάξεων, όπου οι χωρικοί και οι μικροαστοί τάσσονται μάλλον αποφασιστικά με το αντεπαναστατικό στρατόπεδο (απουσία ηγεμονικής ταξικής συμμαχίας και ιστορικού μπλοκ της επανάστασης, αντίθετα προς τη Ρωσία του 1917). Παρά το ότι η Κομμουνιστική Διεθνής αντιλαμβάνεται τη σταδιακή αλλαγή του συσχετισμού σε βάρος της επανάστασης και εισάγει ήδη στο Τρίτο Συνέδριό της (1921) την στρατηγική του Ενιαίου Μετώπου, αυτή ουσιαστικά ούτε εφαρμόζεται αποτελεσματικά ούτε καταφέρνει να αλλάξει πια τον συσχετισμό προς το ευμενέστερο για την επαναστατική εργατική μερίδα.

Αξίζει να προσέξουμε ότι αυτός ο κύκλος είναι απόρροια του πολέμου, της εθνικής κρίσης και της σοβαρά τραυματισμένης συμμαχίας της αστικής τάξης με τις υποτελείς τάξεις στην Δυτική Ευρώπη. Ακόμη κι έτσι, όμως, παραμένει σημαντικό το γεγονός ότι μια σημαντική μερίδα των προλεταρίων προτιμά την καπιταλιστική σταθεροποίηση και μάλιστα σε ορισμένες χώρες σε μη αστικοδημοκρατικό και εθνικιστικό/φιλοφασιστικό προσανατολισμό. Επίσης, είναι σημαντικό ότι σε αυτές τις προσπάθειες δεν υφίσταται ηγεμονική συμμαχία των κυριαρχούμενων υπό την εργατική τάξη. Όπου η εργατική τάξη πολεμά κατά του συνόλου των λοιπών τάξεων, δηλαδή κατά της ηγεμονικής συμμαχίας αστών-μικροαστών-δημοσίων υπαλλήλων- αγροτών-τμήματος των εργατών, πάντοτε ηττάται. Στην ήττα της εργατικής τάξης, συμβάλλει και η παραδοσιακή αντίληψη του εργατικού κινήματος στην Γερμανία και στη Β’ Διεθνή γενικότερα (Κάουτσκυ) ότι όλες οι λοιπές κυριαρχούμενες τάξεις αποτελούν μια αντιδραστική μάζα, συμφυόμενη με το κεφάλαιο. Η θέση αυτή θα παίξει ρόλο και στη Σοβιετικη Ένωση ως προς την αντιαγροτική ιδεολογική σημαίνουσα της αναγκαστικής κολλεκτιβοποίησης του 1928-1932 (Σαρλ Μπετελέμ «Ταξικοί Αγώνες στην ΕΣΣΔ 1923-1930», τ.Β’, Αθηνα 1975, Ράππας). Τέλος, αξίζει να παρατηρήσουμε ότι ακόμη και σε αυτήν την τόσο λεπτή μεταπολεμική συγκυρία, όπου σε κάθε σχεδόν δυτική χώρα υπάρχει μια επαναστατική κίνηση, από μια σοβαρή απεργία ως μια καθαρή εξέγερση, η Βρετανία, παρά το ότι και εκεί αναπτύσσεται ένα ισχυρό εργατικό κίνημα συμπαράστασης στα σοβιέτ, παραμένει ουραγός της κίνησης. Η χώρα που είναι πρότυπο καπιταλιστικής ανάπτυξης και μια πιθανότατη χώρα για την εργατική επανάσταση στα μάτια του Μαρξ παραμένει σχεδόν σταθερά σε όλη την νεοτερικότητα εκτός του επαναστατικού τεραίν (με σοβαρή εξαίρεση το κίνημα των Χαρτιστών στις δεκαετίες του 1830 και του 1840). Η πραγματικότητα αυτή θέτει εν αμφιβόλω το κριτήριο της καπιταλιστικής ωριμότητας ως όρου της επανάστασης και ακόμη περισσότερο της βαθιάς ενσωμάτωσης και αποδοχής του καπιταλισμού του μεγάλου εργοστασίου από την εργατική τάξη.

Έχει υποστηριχθεί συχνά η θέση ότι σε αυτές τις επαναστάσεις η επανάσταση ηττήθηκε λόγω του αδύναμου ρόλου του ΚΚ, της μη προετοιμασίας του με έναν τρόπο σαν το ρώσικο μπολσεβίκικο κόμμα, της μόλις τότε δημιουργίας της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Πρόκειται για θέση της κλασικής περιόδου της Κομμουνιστικής Διεθνούς αλλά και του τροτσκιστικού ρεύματος, ενώ η θέση αυτή εκφράσθηκε και στην κριτική της ΚΔ στην αποτυχημένη επαναστατική απόπειρα του KPD στην Γερμανία το 1923 ως αποτυχία της ηγεσίας του κόμματος (Χ. Μπράντλερ και Α.Ταλχάιμερ) και οδήγησε στην περίφημη «μπολσεβικοποίηση» των ΚΚ υπό την αιγίδα του ρώσικου κόμματος. Η θέση αυτή έχει ορισμένες αρετές αλλά δεν είναι απόλυτα πειστική. Ο επαναστατικός μαρξισμός ήταν μια ισχυρή παράδοση στη Γερμανία και μάλιστα συγκέντρωσε σημαντικά τμήματα ειδικευμένων, σχετικά καλοπληρωμένων και μορφωμένων εργατών («μαστόρων»), όπως ιδίως οι μεταλλωρύχοι του Ρουρ και της Ρηνανίας αλλά και οι ανθρακωρύχοι της Νότιας Γερμανίας (και D. Geary «Το ευρωπαϊκό εργατικό κίνημα», Θεσσαλονίκη 1988, σελ. 193-200, για το γερμανικό εργατικό κίνημα και το φαινόμενο των επαναστατών μαστόρων). Βεβαίως, αν το ΚΚ είχε περισσότερα χρόνια προετοιμασίας ή αν η Ρόζα ζούσε, ίσως τα πράγματα να εξελίσσονταν διαφορετικά. Όμως, αυτό δεν εξηγεί γιατί ο πυρήνας που διαμόρφωσε εντός της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας τον πρώιμο γερμανικό κομμουνισμό δεν αναπτύχθηκε περισσότερο μέσα στη λαίλαπα του Α’ ΠΠ και την κατάρρευση της αυτοκρατορικής Γερμανίας – η Ρόζα κατανοούσε το 1919 το ακόμη ασθενές υποκειμενικά στοιχείο του γεννώμενου γερμανικού κομμουνισμού. Η επιβιωτική τάση της φιλοσοσιαλδημοκρατικής εργατικής μερίδας, που πιθανόν δεν ήθελε να ζήσει έναν εμφύλιο της ρωσικής κλίμακας και μια όχι απιθανή στρατιωτική επέμβαση της Αντάντ, μέτρησε τελικά περισσότερο από το επαναστατικό και ηρωϊκό elan των κομμουνιστών εργατών.

Ο πρώτος κύκλος κλείνει με την αποτυχία του ΛΜ στην Γαλλία και με την ισχυρή επαναστατική τάση στην Ισπανία του 1936-1937, την άνοδο και την καταστολή της. Έχω την γνώμη ότι παρά την ισχυρή αντικαπιταλιστική δυναμική του γαλλικού ΛΜ, ιδίως το καλοκαίρι του 1936, το ΛΜ ανήκει περισσότερο στο μεταρρυθμιστικό και λιγότερο στο επαναστατικό παράδειγμα, παρά την αντίθετη κυρίως τροτσκιστική φιλολογία. Η εμπέδωση κάποιων σημαντικών κατακτήσεων και όχι μόνο ο ρεφορμιστικός ρόλος του ΚΚ Γαλλίας οδήγησε στην αρχή της υποχώρησης του εργατικού κινήματος. Στην συνέχεια, η προδοσία της Ισπανίας από την κυβέρνηση Λεόν Μπλουμ με την πολιτική της «μη επέμβασης» και οι αντιφάσεις της γαλλικής σοσιαλδημοκρατίας –σε συνδυασμό και με τις αντιφάσεις του γαλλικού ΚΚ– έδωσαν το τελικό χτύπημα στο γαλλικό εργατικό κίνημα και οδήγησαν στη νίκη μιας Δεξιάς που προετοίμασε το Βισύ.

Αντίθετα, η μεγάλη ισπανική επανάσταση, είναι η κεντρική πιθανότατα εργατική επανάσταση του 20ου αιώνα, καθώς ο πειραματισμός στις μορφές λαϊκής εξουσίας και εργατικού-κοινωνικού ελέγχου πηγαίνει πιο μακροχρόνια, πολύ βαθύτερα και πολύ μακρύτερα από τον πολύ περιορισμένο εργατικό έλεγχο στην Ρωσία του 1917-1918 και τα στη συνέχεια πλασματικά της συμβούλια. Η Ισπανία υπήρξε πιθανόν η αυθεντικότερη χώρα των εργατοαγροτικών συμβουλίων και σοβιέτ, η αυθεντικότερη χώρα του δυτικού κομμουνισμού ως κοινωνικοπολιτικής τάσης (βλ. ιδίως το έργο των Μπρουέ και Τεμίμ για τον Εμφύλιο Πόλεμο και την Επανάσταση στην Ισπανία καθώς και πολλά άλλα). Στην περίπτωση της Ισπανίας του Μεσοπολέμου, το πρόβλημα δεν έγκειται κυρίως στην έλλειψη θετικού μακροχρόνιου ταξικού συσχετισμού ή στην έλλειψη ταξικής συνείδησης και βαθέος κοινωνικού και φαντασιακού πλούτου στην αυτοοργάνωση των μαζών. Όλα αυτά είναι απολύτως παρόντα και μάλιστα στην βάση μιας εργατικής τάξης, πρόσφατα αποχωρισμένης από τους τεχνίτες, που δεν έχει αφομοιώσει ούτε και θέλει να αφομοιώσει τον δεσποτισμό του μεγάλου εργοστασίου – σε αντίθεση με τις πιο αναπτυγμένες εργατικές τάξεις της Δύσης. Το πρόβλημα έγκειται στο επίπεδο της πολιτικής πρωτοπορίας. Αλλά από την αντίθετη πλευρά κυρίως, όχι από την πλευρά της επαναστατικής πρωτοπορίας αλλά από την πλευρά της αντεπαναστατικής πρωτοπορίας. Στην Ισπανία, η συμμαχία του σταλινικού ΚΚ με ένα ευρύ ρεύμα της ρεφορμιστικής σοσιαλδημοκρατίας (κυρίως την τάση Νεγκρίν-Πριέτο) και με τη δημοκρατική αστική τάξη διαμεσολαβεί έναν αρνητικό διεθνή συσχετισμό κατά της επανάστασης, έναν συσχετισμό που αντιστοιχεί στην γαλλλοαγγλική συμμαχία με την Σοβιετική Ένωση, το «Μέτωπο των Δημοκρατιών». Τον εκτελεστή της πολιτικής βούλησης αυτού του Μετώπου κατά της επανάστασης τον παίζει το ισπανικό ΚΚ και η GPU. Συνεπώς, αναπτύσσεται ένας βραχυχρόνιος ταξικός συσχετισμός σε αντεπαναστατική κατεύθυνση, ο οποίος ακυρώνει τον μακροχρόνιο θετικό ταξικό συσχετισμό, σε συνδυασμό και με τις παραδοσιοκρατικές και απολυταρχικές παραδόσεις των κυρίαρχων τάξεων.

Η Ισπανία είναι μια από τις πολύ σπάνιες περιπτώσεις όπου υφίσταται όντως ζήτημα κρίσης επαναστατικής ηγεσίας, ένα σχήμα το οποίο συχνά χρησιμοποιείται για να αποδώσει τις μακροχρόνιες πολιτικές αδυναμίες του εργατικού κινήματος αποκλειστικά στην αδυναμία, την απουσία ή και την προδοσία της επαναστατικής οργάνωσης. Στην Ισπανία η τάση προς την επαναστατική οργάνωση υφίσταται και είναι ισχυρή, εντοπίζεται κυρίως στους αναρχικούς (CNT-FAI) και δευτερευόντως στο τροτσκίζον, αλλά όχι τροτσκιστικό, POUM. Όμως, στην κρίσιμη συγκυρία του 1936-1937, και στα πλαίσια ενός αντιφασιστικού συμφιλιωτισμού, οι οργανώσεις αυτές εξασθενίζουν παρά ενδυναμώνουν τον ηγετικό τους ρόλο πάνω στην επαναστατική τάση της εργατικής τάξης. Η ήττα του 1937 στην Βαρκελώνη και η απόσυρση στην συνέχεια της επαναστατικής τάσης στην Ισπανία είναι σε μεγάλο βαθμό αποτέλεσμα αυτού του ασθενούς ηγετικού ρόλου και της σχεδόν εμπρόθετης απόσυρσης από αυτόν. Με την ισπανική ήττα τελειώνει και ο κύκλος της ρώσικης επανάστασης. Δεν είναι τυχαίο ότι την ίδια στιγμή που νικιέται η επαναστατική τάση στην Ισπανία, η σταλινική αντεπανάσταση εκκαθαρίζει ένα σημαντικό τμήμα της επαναστατικής πρωτοπορίας του ’17, κλείνοντας και αυτή συμβολικά τον ρώσικο κύκλο. Η απόσταση από τη Μόσχα ως το Παρίσι, την Βαρκελώνη και το Μεξικό υπήρξε μάλλον μικρή στην πυκνή δεκαετία του ’30.

Δεύτερος κύκλος Ο δεύτερος κύκλος είναι αυτός που σηματοδοτεί τα επαναστατικά κομμουνιστικά εγχειρήματα μετά τον Β’ ΠΠ στην Ευρώπη και διεθνώς, μέσα από το όχημα του ανταρτοπολέμου, αρχικά αντιφασιστικού και στην συνέχεια ταξικού/αντιιμπεριαλιστικού. Αυτός ο κύκλος έχει αρκετά διαφορετικά χαρακτηριστικά από τον πρώτο-κοινό σημείο είναι η εθνική κρίση, η κατάρρευση των κοινωνιών και των εξουσιών από τον πόλεμο, η γενικευμένη πείνα και δυστυχία, μεγάλη διαφορά είναι η σύνδεση του ταξικού με το εθνικό. Προκύπτει, λοιπόν, ότι και ο δεύτερος κύκλος είναι προϊόν του πολέμου, ως ρήξης της ομαλότητας και της συνέχειας στον κοινωνικό σχηματισμό και ως ρήξης σε κάποιο βαθμό της ιστορικής συνέχειας με την αστική δημοκρατία. Όμως, εδώ η σχέση εθνικού-ταξικού τροποποιείται, καθώς δεν αντιτάσσεται απολύτως το ταξικό στο εθνικό, όπως στον Α’ ΠΠ, αλλά προσπαθεί να ασκήσει μια ηγεμονία πάνω στο αντιφασιστικό εθνικό μέτωπο. Η διπλή φύση του Β’ ΠΠ ως ιμπεριαλιστικού αλλά και ως αντιφασιστικού ταυτόχρονα πολέμου βάζει σαφώς την σφραγίδα της.

Οι νικηφόρες επαναστάσεις αυτού του κύκλου γίνονται από σταλινοποιημένα ΚΚ, τα οποία σπάνε την γραμμή της Γιάλτας και αίρουν την σοβιετική καθοδήγηση επί αυτών και τις σφαίρες επιρροής του Ψυχρού Πολέμου. Είναι κυρίως το γιουγκοσλάβικο και το αλβανικό κόμμα στην Ευρώπη και το κινέζικο και το βιετναμέζικο στην Ασία. Τα κόμματα αυτά οδηγούν νικηφόρους εργατοαγροτικούς στρατούς στην κατάληψη της εξουσίας με αποτέλεσμα να υπάρχουν μεν όψεις δυαδικοποίησης της εξουσίας (όπως τα σοβιέτ στην περίοδο της Μεγάλης Πορείας στην Κίνα) αλλά την ίδια στιγμή αυτή η δυαδικοποίηση της εξουσίας να είναι έντονα γραφειοκρατικοποιημένη στα πλαίσια του εν δυνάμει κράτους-κόμματος. Αυτό το «σοσιαλιστικό» κράτος-κόμμα που εγκαθιδρύεται μετά την νίκη της επανάστασης είναι εξαρχής μια γραφειοκρατικοποιημένη επαναστατική εμπειρία, παρά το ότι η ταξική πάλη στην Κίνα θα γνωρίσει υπό αυτήν την εξουσία συναρπαστικές καμπές και εξαρσεις. Μια εμπειρία μεταξύ του προτάγματος του εργατικού κράτους και της συχνής πικρής πραγματικότητας του γραφειοκρατικού καπιταλισμού. Σε κάθε περίπτωση, ο δεύτερος κύκλος, ως συνισταμένη, είναι κοινωνικά πιο φτωχός και λιγότερο αυτόνομος ταξικά από τον πρώτο. Η σταλινική διαμεσολάβηση και πρόσληψη του Λένιν αμβλύνει τον αυτόνομο και εργατικό χαρακτήρα πάνω στην νέα εξουσία με την τάση να τον εξαφανίσει τελείως.

Προφανώς, δεν περιλαμβάνω στο πλαίσιο των μεταπολεμικών επαναστάσεων τον κύκλο των χωρών που μετασχημάτισε με στρατιωτικό κυρίως τρόπο η σοβιετική γραφειοκρατία. Αυτό δεν σημαίνει καθόλου ότι δεν υπήρξαν ισχυρές στιγμές αυτόνομης παρέμβασης των εκεί εργατικών τάξεων στις μεταπολεμικές εξελίξεις. Όμως, όπου έφτασαν πολύ μακρυά, οι παρεμβάσεις αυτές αντιμετωπίσθηκαν στρατιωτικά ως ‘αντεπαναστάσεις’ από τις «φυσικές επαναστατικές ηγεσίες» των ΚΚ.

Στα πλαίσια των ηττημένων ή ματαιωμένων επαναστάσεων στην Δύση, η κύρια είναι η ελληνική ηττημένη επανάσταση, η «νικηφόρα επανάσταση που χάθηκε» (βλ. και το ομώνυμο τετράτομο έργο του Θ. Χατζή, γραμματέα του ΕΑΜ, Αθήνα 1978, Δωδώνη), και οι πιο περιφερειακές η ιταλική και η γαλλική ματαιωμένη επανάσταση. Εδώ έχουμε μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συνάρθρωση του εθνικοαπελευθερωτικού/αντιφασιστικού επιπέδου με το ταξικό/αντικαπιταλιστικό επίπεδο. Ο λαός, η συμμαχία των κυριαρχούμενων τάξεων, διεκδικεί ως ηγέτιδα τάξη το έθνος από την ηττημένη ηγεμονικά αστική τάξη, σε ένα ιστορικό πλαίσιο όπου η δημοκρατική-εκλογική συμμετοχή του λαού στη Δύση έχει ήδη μετατρέψει το αρχικό αστικό έθνος σε μια ευρεία κοινότητα υπό την ηγεμονία της αστικής τάξης (βλ. και σε Μ. Μανν «Οι πηγές της κοινωνικής εξουσίας», εκδόσεις Πόλις, τ. Β’ 1760-1914, «Η γέννηση των τάξεων και των εθνών-κρατών»). Η ελληνική επανάσταση μοιάζει σε κοινωνικό πλούτο και σε μορφές αυτοοργάνωσης αρκετά με την ρώσικη ή την ισπανική, χωρίς τον βαθμό υποκειμενικής αυτογνωσίας αυτών των επαναστάσεων. Οι αναγκαίες λαϊκομετωπικές και εθνικοαπελευθερωτικές στρατηγικές του ΕΑΜ και του ΚΚΕ φτάνουν σε ένα ταξικό όριο, όπου τίθεται το ζήτημα της ταξικής εξουσίας, το ζήτημα της ρήξης με την «εθνική ενότητα»-άνοιξη του ‘44. Εδώ, η κεντρική ευθύνη για την λήψη απόφασης, της απόφασης υπέρ της «εθνικής ενότητας» βαρύνει το ΚΚΕ και την ηγεσία του, προφανώς, όμως, η απόφαση αυτή δεν αντανακλά μόνο την αστικοδημοκρατική γραμμή του ΚΚΕ από το 1934 (Α.Ελεφάντης «Η επαγγελία της αδύνατης επανάστασης» ), την επιβολή της σοβιετικής συμφιλιωτικής γραμμής (Φ. Κλαουντίν «Η κρίση του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος», Αθήνα 1980, τ. Β’, εν μέρει σωστά) ή και την ανικανότητα της ηγεσίας του (βλ. σε Ν. Ψυρρούκη «Ιστορία της Νεότερης Ελλάδας 1940-1974»). Αντανακλά και έναν ταξικό συσχετισμό εντός του ΕΑΜ και του ΚΚΕ υπέρ μικροαστικών και ρεφορμιστικών λύσεων, έναν συσχετισμό που αφορά όχι μόνο τις αστικές και μικροαστικές επιρροές μέσα στο ΕΑΜ-ΚΚΕ αλλά πιθανόν και επιβιωτικές/ρεφορμιστικές τάσεις μέσα στην εργατική τάξη (βλ. και την συχνά προβληματική ανάλυση , αλλά με σημαντικά στοιχεία, του Γ. Μαργαρίτη στην μελέτη του για τον «Εμφύλιο Πόλεμο», Αθήνα 2001, Βιβλιόραμα). Αυτή η αναντιστοιχία θα εκφραστεί και στην πλήρη αποδυνάμωση του εργατικού παράγοντα των πόλεων κατά τον Εμφύλιο του 1946-1949, σε μια μορφή σύγκρουσης των πόλεων με την ύπαιθρο.

Στην Ιταλία και στην Γαλλία, ισχύει κατ’ αρχήν το σχήμα του Φ. Κλαουντίν για τον αρνητικό ρόλο των σταλινικών ΚΚ στην ματαίωση των επαναστατικών τάσεων. Όμως, το σχήμα αυτό έχει και ορισμένα προβλήματα, όπως και κάθε σχήμα που αφορά την κρίση ή απουσία επαναστατικής ηγεσίας. Για άλλη μια φορά, δεν απαντά στο γιατί η επαναστατική τάση δεν οικοδόμησε μια ηγεσία που να ξεπερνά την ρεφορμιστική παρέμβαση, ιδίως στην περίπτωση του ΙΚΚ, γιατί δεν προέκυψε μια ανοιχτή ρήξη εντός των ένοπλων ιταλών κομμουνιστών. Προφανώς, το σχήμα του Κλαουντίν πρέπει να ξαναμελετηθεί σε συνδυασμό με την υποκειμενική και αντικειμενική κατάσταση και τις τάσεις στην ιταλική εργατική τάξη εκείνης της περιόδου. Επίσης, το ζήτημα της αντιφασιστικής εθνικής ενότητας πρέπει να έπαιξε έναν σημαντικό ρόλο στον αφοπλισμό και υποχώρηση των επαναστατικών τάσεων.

Ο τρίτος κύκλος Ο τρίτος κύκλος είναι ο κύκλος του διεθνούς ’68, ο κύκλος της συμμαχίας εργατική τάξη- φοιτητική και εργατική νεολαία και μεσοαστική διανόηση. Ο κύκλος αυτός φτάνει στο υψηλότερο σημείο του στην Γαλλία τον Μάη και Ιούνη του ’68, στην Ιταλία της περιόδου 1968-1977 και στην Πορτογαλία το 1974-1975. Απόηχος αυτού του κύκλου είναι και η εξέγερση του Πολυτεχνείου τον 11.1973 αλλά και ο πρώτος μεταπολιτευτικός ριζοσπαστισμός, εργοστασιακός και φοιτητικός. Μακρυνή αλλά υπαρκτότατη σχέση έχει και η χιλιανή επαναστατική και κοινοβουλευτική εμπειρία του Αλιέντε αλλά και το σύνολο των τριτοκοσμικών εθνικοαπελευθερωτικών και επαναστατικών εμπειριών όπως η Κούβα ή η Αλγερία ή το ύστερο Βιετνάμ. Θα αναρωτηθεί κανείς γιατί ο τρίτος κύκλος δεν συνδέεται, όπως οι δύο πρώτοι με μια εθνική κρίση και έναν πόλεμο. Κατ’ αρχήν, ο πόλεμος υπάρχει στον τρίτο κύκλο, αν και δεν καταστρέφει άμεσα τις δυτικές κοινωνίες. Είναι ο πόλεμος του Βιετνάμ, αυτός που ενοποιεί εργατική και φοιτητική νεολαία και μεσοαστική διανόηση. Ιδίως στις ΗΠΑ, ο πόλεμος αυτός οδηγεί σε μια μορφή εθνικής διάσπασης και εθνικής κρίσης. Επιπλέον, όμως, η αντίσταση στον πόλεμο γιγαντώνεται χάρη σε μεγάλους εργατικούς αγώνες από το 1965 ως το 1980 και σε συνδυασμό με μια κρίση του καπιταλιστικού φορντιστικού μοντέλου, όπως αυτό λειτουργεί ως την δεκαετία του ’60. Τέλος, αν ο πρώτος κύκλος είναι ο κύκλος των ΚΚ ως επαναστατικών οργανώσεων της εργατικής τάξης, ο δεύτερος κύκλος είναι ο κύκλος των «αιρετικών» ΚΚ ως ηγετικών ομάδων του κινήματος , ο τρίτος κύκλος είναι ο κύκλος της επανάστασης κατά και εναντίον των ΚΚ ως παραδοσιακών πολιτικών εκπροσώπων της εργατικής τάξης στην Δύση, είναι ο κύκλος του κομμουνισμού εναντίον του κομμουνιστικού μαζικού κόμματος. Κόμμα και συμβούλια, κόμμα και «λαός» χωρίς συμβούλια, συμβούλια χωρίς ή και εναντίον του ιστορικού κόμματος.

Δεν θα εμπλακώ στην πορτογαλική περίπτωση, γιατί είναι πολύ ιδιόμορφη (βλ. και πρόσφατα σε Φ. Μέηλερ «Η πορτογαλική επανάσταση των γαρυφάλλων», Αθήνα 2012). Θα αρκεστώ να επισημάνω ότι είχε έντονο το στοιχείο της αυτοοργάνωσης και της δυαδικότητας της εξουσίας καθώς και της διαίρεσης του αστικού στρατού, αλλά και το ότι ήταν και αυτή συνέπεια ενός πολέμου, του αποικιακού πολέμου της Πορτογαλίας. Το συμβολικό επίκεντρο του ’68 είναι ο σύντομος γαλλικός Μάης- ο οποίος είχε μια έντονα εκσυγχρονιστική τάση, σχετική με τα παραδοσιοκρατικά, ανελεύθερα και συντηρητικά στοιχεία του γαλλικού καπιταλισμού της γκωλικής περιόδου, αλλά και μια επαναστατική/ριζοσπαστική τάση, σχετική με την εργατονεολαιίστικη συμμαχία και την γενική απεργία, η οποία οδήγησε σε ένα σύντομο κενό ηγεμονίας και πιθανόν σε μια σύντομη προεπαναστατική ή και επαναστατική κατάσταση στα τέλη Μαϊου και αρχές Ιουνίου. Η επαναστατική τάση, ηττώμενη, οδήγησε σταδιακά σε έναν έντονο φιλεργατικό μεταρρυθμισμό –ιδίως στην δεκαετία του ‘80– ενώ η εκσυγχρονιστική τάση, μάλλον νικηφόρα, οδήγησε σταδιακά σε έναν μεταμοντέρνα φιλελεύθερο καπιταλισμό με σημαντικές αλλοιώσεις και μεταλλαγές της εργασιακής διαδικασίας, του παραγωγικού και πολιτισμικού ήθους και των αντιλήψεων για τα δικαιώματα και τις ταυτότητες στον όψιμο καπιταλισμό. Με αυτήν την έννοια, ο γαλλικός Μάης ηττήθηκε ως εργατική επανάσταση –στο βαθμό που κινήθηκε προς τα εκεί– και νίκησε ως καπιταλιστική επανάσταση (βλ. και σε L.Boltanski-E.Chapellot “The new spirit of capitalism” 2007). Όλη η πορεία των καπιταλιστικών μετασχηματισμών της εργασίας , του σπασίματος της ενιαίας ταξικής συνείδησης, της «ρηγμάτωσης» της εργατικής τάξης, στην οποία θα αναφερθώ πιο κάτω, συνδέεται πολιτισμικά στενά με τον γαλλικό Μάη.

Η ιταλική εμπειρία είναι η πλουσιότερη κοινωνικά και πολιτικά εμπειρία του τρίτου κύκλου. Παράγει μια μεγάλη εργοστασιακή εξέγερση στον Βορρά ιδίως από τους «εγκατεστημένους» στον Βορρά προλετάριους του Νότου, μια πληθώρα εργατικών συνδικαλιστικών κατακτήσεων, πιθανόν τις υψηλότερες στην Δύση μαζί με τις σκανδιναβικές, μια κουλτούρα εξέγερσης στην νεολαία και σε ένα τμήμα της εργατικής τάξης, μια προσμονή κομμουνιστικής διακυβέρνησης για τους πιο υπομονετικούς-τάση που καταλήγει στον ευρωκομμουνισμό- και μια προσμονή ένοπλης κομμουνιστικής εξέγερσης που καταλήγει στο μαζικό ένοπλο ρεύμα και στο ένοπλο κόμμα-οργάνωση αλλά και στο μαζικό κίνημα των 15.000 πολιτικών κρατουμένων τις δεκαετίες ’70 και ‘80. Παρά την προβοκατορολογική συζήτηση του ΙΚΚ για το ένοπλο ρεύμα, η μαζικότητα του ρεύματος αυτού (δεκάδες χιλιάδες μέλη και συμπαθούντες) και η μακροχρόνια ανάπτυξή του, όπως βεβαίως και η μακροχρόνια ανάπτυξη μαζικών μη ένοπλων επαναστατικών οργανώσεων από το 1968 ως το 1980 αποδεικνύει ότι η Ιταλία υπήρξε το τελευταίο μεγάλο επαναστατικό εργαστήριο στην σύγχρονη Δύση, όπου ως το 1973 υπήρξε πιθανότατα μια πραγματική επαναστατική κατάσταση, σαν αυτήν που περιγράφει ο Λένιν στην «Χρεωκοπία της Δεύτερης Διεθνούς». Η Ιταλία παρήγαγε μια ισχυρή εργοστασιακή επαναστατική κουλτούρα –που τελειώνει με το κύμα απολύσεων στην ΦΙΑΤ το 1980– αλλά και μια διάχυτη νεολαιίστική και «κοινωνικά περιθωριακή» επαναστατική κουλτούρα, η οποία διακήρυξε μετά το 1975, και ιδίως το 1977-1978, το τέλος του κλασικού εργοστασιακού ριζοσπαστισμού. Με αυτήν την έννοια, η όψιμη ιταλική ριζοσπαστικότητα υπήρξε και μια πρώιμη μορφοποίηση ενός μετανεοτερικού κοινωνικού ριζοσπαστισμού (βλ. και την περίπτωση Νέγκρι).

Και εδώ, όπως και στην μεσοπολεμική εμπειρία, η αποτυχία του επαναστατικού ρεύματος πολύ εν μέρει πρέπει να αποδοθεί στην απουσία ενός γνήσιου μαρξιστικού ή λενινιστικού κόμματος. Αντίθετα, η αδυναμία μεταστοιχείωσης των σημαντικών επαναστατικών ιταλικών οργανώσεων σε επαναστατικό κομμουνιστικό κόμμα είναι και αυτή αποτέλεσμα τους διφυούς και δισυπόστατου χαρακτήρα της εργατικής τάξης γενικά, αλλά και στη συγκυρία της επαναστατικής κατάστασης. Η τάξη χωρίσθηκε πάνω στην κρίση σε ένα ισχυρό ρεφορμιστικό ρεύμα με κοινοβουλευτικές προσδοκίες παγίωσης των κατακτήσεων του ’69 και σε ένα όχι ασήμαντο ρεύμα διεκδίκησης της εργατικής κρατικής εξουσίας. Η αδυναμία επαναστατικής συνένωσης αυτών των κομματιών οδήγησε το πρώτο στον Ιστορικό Συμβιβασμό και την παραίτηση και το δεύτερο στην μεταλλαγή του ένοπλου σε «τρομοκρατία» και στην νεολαιίστικη και κοινωνική αναχώρηση και περιθωριοποίηση. Για άλλη μια φορά, το θέμα του κόμματος συγκαθόρισε αλλά δεν καθόρισε αποκλειστικά την αμφιθυμία και το δισυπόστατο του εργατικού υποκειμένου.

Από την ιστορία των τριών επαναστατικών κύκλων, μπορούμε να βγάλουμε ορισμένα πρώτα συμπεράσματα για τη δυνατότητα της σοσιαλιστικής επανάστασης ή κοινωνικού μετασχηματισμού στην Δύση στον 20ο και, ενδεχομένως, τον 21ο αιώνα:

Η δυνατότητα αλλά και η νίκη της σοσιαλιστικής επανάστασης συνδέθηκε συχνότατα με την εκδίπλωση ενός ιμπεριαλιστικού πολέμου και μιας βαθειάς εθνικής κρίσης, η οποία αποδυνάμωσε καίρια την αστική ηγεμονία στο «έθνος» και στην κοινωνία. Η ειρήνη και η ομαλότητα είναι συνθήκες που δεν ευνοούν υπό κανονικές συνθήκες την επανάσταση. Σημαντική εξαίρεση ως προς την συνδρομή ιμπεριαλιστικού πολέμου η Ισπανία του 1936-1937, όπου, όμως, εκτυλίσσεται ένας εμφύλιος πόλεμος μεγάλων διαστάσεων και όπου προετοιμάζεται ένας παγκόσμιος πόλεμος. Σημαντική, επίσης, εξαίρεση η αναταραχή του ’68, όπου πάντως υπάρχει ο πόλεμος του Βιετνάμ και όπου τίθεται εν αμφιβόλω το ως τότε εργασιακό και πολιτισμικό καθεστώς συσσώρευσης στις μητροπόλεις (με όψεις επίθεσης όχι μόνο στον ταιυλορισμό/φορντισμό αλλά και στις παραδοσιοκρατικές, πατριαρχικές/πουριτανικές και πρώιμες καταναλωτικές δομές).
Η δυνατότητα της σοσιαλιστικής επανάστασης δεν συνδέεται αναλογικά προς την ιδεολογική εμπέδωση της καπιταλιστικής ανάπτυξης και του δεσποτισμού του μεγάλου εργοστασίου. Η επανάσταση πετυχαίνει στον 20ο αιώνα βασικά εκτός της Δύσης. Στον ευρωπαϊκό 19o αιώνα αλλά και σε ιδιαίτερες όψεις του 20oυ (Ισπανία) μάλλον συνδέεται περισσότερο με την μη πλήρη εξέλιξη των ανεξάρτητων τεχνιτών σε εξαρτημένη μισθωτή εργασία και με την παράδοση ανεξαρτησίας τους, την αντίσταση σε μια βαθύτερη προλεταριοποίηση (βλ. τον Ιούνη του 1848 και την Κομμούνα αλλά ακόμη και την πρόσφατη αγροτική προέλευση των εργατών των μεγάλων εργοστασίων στην Ιταλία του Θερμού Φθινοπώρου). Αλλά και στον ύστερο 20ο αιώνα, όπου έχουμε μεγάλη αναταραχή, η τάση για την εργατική αντιεξουσία, αν και προκύπτει σε μεγάλο βαθμό από την οργάνωση και συγκέντρωση παραγωγικών δυνάμεων στην «μεγάλη παραγωγή», αντιτίθεται σαφώς πολιτισμικά και κοινωνικά σε αυτήν και συνεπάγεται μια τάση «άρνησης της εργασίας», η οποία αντιβαίνει έντονα στα σχήματα του παραδοσιακού μαρξισμού. Παρ’όλα αυτά, όμως, υπάρχει μια αντίφαση: η έξοδος του καπιταλισμού από το «μεγάλο εργοστάσιο» μετά το 1980 δεν ενισχύει την «άρνηση της εργασίας», συχνά το αντίθετο μάλιστα.
Η δυνατότητα της σοσιαλιστικής επανάστασης συνδέεται με την ύπαρξη ενός διακριτού και μη «απόλυτα μαζοποιημένου» (όπως στον πολύ ύστερο καπιταλισμό) εργατικού πολιτισμού. Αυτός ο πολιτισμός έχει και οικουμενικά αλλά και βαθύτερα εθνικά χαρακτηριστικά σε κάθε κοινωνία. Στο παρόν, αν υπάρχει μια πιθανότητα ανάκτησης της ταξικής ανταγωνιστικότητας, αυτή δεν μπορεί να στηριχθεί μόνο στην εμπειρία της οικονομικής εκμετάλλευσης, όσο σκληρή και αν έχει αυτή καταστεί-προϋποθέτει την ανάκτηση του εργατικού πολιτισμού.
Η δυνατότητα της σοσιαλιστικής επανάστασης φαίνεται να προϋποθέτει μια ηγεμονική ταξική συμμαχία της εργατικής τάξης –παλιότερα με την αγροτιά, πιο πρόσφατα με την μικροαστική τάξη, την δημοσιουπαλληλία, τμήματα της διανόησης, την νεολαία και τα μη ταξικά κοινωνικά κινήματα. Η αδυναμία αυτής της συμμαχίας οδηγεί σε μια συνθήκη του πολέμου της «τάξης εναντίον τάξης», μια συνθήκη που ποτέ δεν οδήγησε στη νίκη της σοσιαλιστικής/κομμουνιστικής κοινωνικής τάσης. Τάσεις όπως ο εργατίστικος σταλινισμός, ο τροτσκισμός αλλά και ο εργατισμός/αυτονομία τείνουν να παραβλέπουν αυτήν την αναγκαιότητα ή πάντως να την υποβαθμίζουν.
Η εργατική τάξη δεν είναι μια απολύτως «συνεκτική» ταξική πρακτική. Εμπεριέχει ισχυρές αντιφάσεις, οι οποίες ενδέχεται να επιλυθούν με πολύ διαφορετικούς τρόπους σε κάθε συγκυρία. Η εργατική τάξη είναι μια κοινωνική και πολιτική συμμαχία των μερίδων της στην καλύτερη των περιπτώσεων.
Το μαρξιστικό κόμμα του παρελθόντος/παρόντος , και πολύ περισσότερο τα πλατιά αριστερά κόμματα του ύστερου καπιταλισμού, δεν είναι αναγκαστικά οι «στρατηγοί» της επανάστασης ή έστω της φιλολαϊκής μεταρρύθμισης. Ούτε η παρουσία τους οδηγεί αναγκαστικά στην νίκη ούτε η απουσία τους ή η προδοσία τους στην ήττα. Η στρατηγική καθορίζεται από την τάξη και τις συμμαχίες της μακροχρόνια ως σύνολο και όχι μόνο από κάποια «ηγεσία». Όμως, ο ρόλος τους είναι υποβοηθητικός/ή και υπονομευτικός τόσο στον μακροχρόνιο όσο και στον βραχυχρόνιο ταξικό συσχετισμό.

  1. Τάξη δίχως ενιαία ταξική συνείδηση; προβλήματα της σύγχρονης εργατικής συγκρότησης

Όπως έχω ήδη αναφέρει και περιγράψει στο βιβλίο μου «Αριστερά και Εξουσία» (Αθήνα 2014, Τόπος, σελ. 187-192), η κατάσταση της εργατικής τάξης στην Δύση τροποποιείται πολύ σημαντικά στην σύγχρονη μεταφορντική ή νεοφιλελεύθερη ή κατ’ άλλους ολοκληρωτικοκαπιταλιστική φάση εντός του μονοπωλιακού καπιταλισμού. Ενώ η τεχνική σύνθεσή της εργατικής τάξης αντικειμενικά διευρύνεται, υπό την έννοια ότι αυτή περιλαμβάνει πια όχι μόνο τους εργαζόμενους στην κλασσική βιομηχανική μεταποίηση αλλά και στο εμπόριο και την κυκλοφορία των εμπορευμάτων καθώς και σε σύγχρονους τομείς παραγωγής και εμπορίας άυλων εμπορευμάτων (όπως οι μεταφορές, η μικροηλεκτρονική και η βιοτεχνολογία, η υλική παραγωγή στο επίπεδο του αυτοματισμού και του σύγχρονου ομαδικού ατελιέ κλπ), η διεύρυνση αυτή της αντικειμενικά υφιστάμενης εργατικής τάξης μέσω της «τριτογενοποίησης» συμπίπτει με την αποδυνάμωση του «ανήκειν» και της συνείδησης, ρεφορμιστικής ή επαναστατικής, ένταξης σε μια κοινή τάξη. Ιδίως, η μεταφορά μεγάλου μέρους της κλασσικής μεταποίησης εκτός της Δύσης μεγαλώνει αυτήν την αντιφατική πολλαπλότητα στην Δύση.

Δεν είναι απολύτως άστοχο αυτό που επισημαίνουν από την δική τους σκοπιά ορισμένοι σοσιαλδημοκράτες θεωρητικοί (π.χ. ο Ντ. Σασσούν), ότι η διεύρυνση των εργαζομένων εκτός της κλασσικής μεταποίησης, των γυναικών που εργάζονται, του αλλοδαπού εργατικού δυναμικού, των μεγάλων αναντιστοιχιών στο μορφωτικό/τεχνολογικό επίπεδο και στις δεξιότητες των σύγχρονων εργατών, διαμορφώνει μια πολύ πιο πολύμορφη και αντιφατική εικόνα για την εργατική τάξη, από αυτήν που υπήρχε όχι μόνο στο 1848 και στην εποχή του «Κομμουνιστικού Μανιφέστου» αλλά και στα τέλη της δεκαετίας του 1980. Αυτή η αντιφατική αντικειμενική πραγματικότητα παράγει συχνά και κατά βάση και μια αντιφατική ταξική συνείδηση: δεν είναι πολύ εύκολο να πεισθεί ο κομπιουτεράς ή ο τραπεζικός υπάλληλος ή ακόμη και ο κατώτερος δημόσιος υπάλληλος (ο οποίος παράγει υπερεργασία αλλά όχι υπεραξία, παρά το ότι πουλά την εργατική του δύναμη) ότι ανήκει στην ίδια τάξη με τον αλλοδαπό εργάτη γης στην Μανωλάδα ή με τον εργάτη καθαρισμού των αστικών απορριμάτων. Η ιδεολογία των πολλαπλών πολιτισμικών φυλών εντός της μετανεοτερικότητας, η οποία ενισχύεται καθημερινά από τα επικοινωνιακά δίκτυα, ενισχύει αυτήν την υποκειμενική δυσκολία συγκρότησης ενιαίας ταξικής συνείδησης. Επίσης, η αντικειμενική πολυεθνοτικότητα και η πολυπολιτισμικότητα του σύγχρονου εργάτη απαιτεί μια ιδιαίτερα προσεκτική και δύσκολη διαδικασία ενωτικής συγκρότησης.

Η πρώτη βασική παραδοχή είναι το ότι από μια κομμουνιστική πολιτική θέση οφείλουμε να υποστηρίξουμε την ταξική ενότητα και την ενότητα ταξικών συμφερόντων αυτών των διαφορετικών κατηγοριών της εργατικής τάξης τόσο αντικειμενικά όσο και υποκειμενικά, αντιπαλεύοντας τόσο μια λογική εργατικής αριστοκρατίας (των πνευματικά δρώντων, των εχόντων υψηλές δεξιότητες κλπ) όσο και μια λογική που λέει ότι το άνω τμήμα της εργατικής τάξης ανήκει τελικά στις μεσαίες τάξεις και, άρα, η εργατική τάξη είναι κάτι που συνεχώς μικροαστικοποιείται και φθίνει (στην ίδια λογική της διεύρυνσης της εργατικής τάξης και οι μελέτες του Σ. Σακελλαρόπουλου τα τελευταία χρόνια, ιδίως η πρόσφατη μελέτη του για την «Κοινωνική διαστρωμάτωση στην Ελλάδα της κρίσης»).

Η δεύτερη βασική παραδοχή, η οποία μπορεί να συνδυασθεί και με την θέση της εργατικής τάξης ως δυνάμει ιστορικού υποκειμένου της ανατροπής και όχι ως νομοτελειακού ιστορικού υποκειμένου, έρχεται σε σύγκρουση, τόσο με μια λογική εξελικτικισμού και νομοτελειακών σιδερένιων νόμων της κοινωνικής εξέλιξης (μηχανιστικός υλισμός σοβιετικού τύπου), όσο και με μια λογική για την ιστορική τάξη σαν τον Μεσσία, ο οποίος θα έρθει να αλλάξει τον κόσμο με όρους μιας ιστορικής αναγκαιότητας (μια μορφή εγελιανού ιστορικισμού). Απέναντι σε αυτές τις αντιλήψεις, η πολιτική και ιδεολογική ταξική πάλη της εργατικής τάξης και του κινήματός της εκφράζει μια θετική επαναστατική ενδεχομενικότητα και καμία σιδερένια βεβαιότητα. Γι’ αυτό, άλλωστε, δεν υπάρχει μπροστά μας μόνο το ενδεχόμενο του σοσιαλισμού αλλά και αυτό της καπιταλιστικής βαρβαρότητας και του Νέου Μεσαίωνα.

Η τρίτη βασική παραδοχή είναι το γεγονός ότι μια τάξη μπορεί, μεταβατικά τουλάχιστον και για ένα υπολογίσιμο αλλά όχι απέραντο ιστορικό διάστημα, να μην συνοδεύεται από μια συγκεκριμένη υποκειμενική ταξική συνείδηση ενιαίου τύπου (επαναστατική ή και ρεφορμιστική) και από μια ενιαία πολιτική εκπροσώπηση ορισμένου τύπου. Υπάρχει μια ενδιαφέρουσα ιστορική αναλογία, που την χρησιμοποιούν ορισμένοι βρετανοί μαρξιστές ιστορικοί, όπως ιδίως ο Ste Croix («Οι ταξικοί αγώνες στον αρχαίο ελληνικό κόσμο»), όπου υποστηρίζεται η θέση ότι μια κυριαρχούμενη τάξη, όπως οι δούλοι στην αρχαιότητα, συγκροτείται για αιώνες αντικειμενικά χωρίς να παραχθεί μια τάξη για τον εαυτό της. Βεβαίως, η θέση αυτή αντιστρατεύεται μια μαρξιστική ορθοδοξία, κατά την οποία η εργατική τάξη πρέπει συνεχώς και χωρίς ρωγμές να αναπαράγεται υποκειμενικά ως τάξη για τον εαυτό της, ως προλεταριάτο, όπως θα μας έλεγε ο Λούκατς του «Ιστορία και Ταξική Συνείδηση». Αυτή η θέση, παρά τις πανέμορφες και κομμουνιστικά θεολογικές διατυπώσεις της στον Λούκατς, δεν έχει επιβεβαιωθεί ιστορικά. Άρα, η αδυναμία για μια περίοδο της υποκειμενικής ταξικής συγκρότησης έχει ξανασυμβεί και μπορεί να συμβεί. Βεβαίως, αν αυτή η περίοδος κρατήσει υπερβολικά πολύ, κάτι δεν θα πηγαίνει καλά με όλες τις αφετηριακές μαρξιστικές υποθέσεις.

Ακόμη, το ζήτημα της ταξικής συνείδησης και της πολιτικής οργάνωσης και εκπροσώπησης της εργατικής τάξης σήμερα οφείλει να συνδέεται με μια οπτική εργατικής ταξικής κεντρικότητας ως ενδιάθετης στάσης και στρατηγικής. Χωρίς κανείς να υποτιμά τα νέα κοινωνικά κινήματα (ήδη παλιά) που διαμορφώθηκαν μετά τον Μάη του ’68, και ιδίως το γυναικείο κίνημα, το περιβαλλοντικό κίνημα και τα κινήματα στην ταυτότητα και την διαφορά, έχει φανεί ότι τα κινήματα αυτά θα κατευθυνθούν προς έναν ταυτοτικό πολιτισμικό φιλελευθερισμό αργά ή γρήγορα, αν δεν ενταχθούν σε έναν δημοκρατικό και σοσιαλιστικό συνασπισμό, όπου αντικειμενικά η εργατική ταξική συγκρότηση θα έχει έναν ηγεμονικό και τελικά καθοριστικό ρόλο για τον όλο συνασπισμό. Όμως, η εργατική κεντρικότητα, δεν είναι ένα άγονο ταυτοτικό ζήτημα, ποιός είναι δηλαδή περισσότερο στα λόγια με την εργατική τάξη από τον άλλον. Ούτε εκφράζεται αποτελεσματικά με μια λογική, όπως ιδίως σε ορισμένα αναρχικά ρεύματα, που λέει ότι οι μικροαστοί, οι διανοούμενοι και οι αγρότες, αφού δεν είναι εργάτες, είναι –όπως θα έλεγε κάποτε ο Κάουτσκυ– μια ενιαία αντιδραστική μάζα, συμφυόμενη απολύτως με το κεφάλαιο και πάντοτε υπό διαρκή φασιστικοποίηση (θεωρία του «εθνικού κορμού»). Η εργατική τάξη, αν δεν συγκροτήσει μια ευρύτερη από αυτήν λαϊκή πολιτισμική τάση νέου τύπου, δεν θα μπορέσει να νικήσει.

Τέλος, είναι εξαιρετικά αβέβαιο και αμφίβολο το αν η συγκρότηση της εργατικής τάξης σήμερα, και προφανώς και των ηγεμονικών συμμαχιών της με άλλες υποτελείς και ενδιάμεσες τάξεις και με τα νέα κοινωνικά κινήματα, μπορεί να υιοθετήσει τις οργανωτικές μορφές του παρελθόντος, και μάλιστα ενός παρελθόντος που δεν κατέληξε σε επιτυχή αποτελέσματα. Η πρώτη αβέβαιη οργανωτική είναι το συνδικάτο, όπως το ξέρουμε. Εδώ δεν αναφέρομαι στην ΓΣΕΕ, αυτό το ακραίο φαινόμενο εκφυλισμού της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας, αλλά και σε αναγκαίες προσαρμογές ακόμη και στην συγκρότηση και λειτουργία των πρωτοβάθμιων σωματείων. Επίσης, ένας συνδικαλισμός που περιορίζεται στην εργατική αριστοκρατία και τον δημόσιο τομέα, δεν είναι και πολύ αξιόπιστος στα πλαίσια των συγχρόνων εργατικών αναγκών.

Αλλά και η άλλη ιστορική μορφή του εργατικού κινήματος, το μαρξιστικό κόμμα, έχει υποστεί απίστευτη φθορά. Κατά την γνώμη μου, η αποκατάσταση αυτής της φθοράς, αν υποθέσουμε ότι είναι δυνατή, δεν οδηγεί στην επαναφορά στην αντίληψη και την πρακτική του κόμματος νέου τύπου.

Πρώτον, γιατί το κόμμα νέου τύπου αναφέρεται σε μια πιο ομοιόμορφη και συνεκτική εργατική μορφοποίηση υπό την έννοια της τεχνικής σύνθεσης της τάξης.
Δεύτερον, διότι το κόμμα νέου τύπου σε μεγάλο βαθμό αντιμετωπίζει την εργατική τάξη σαν ένα εν μέρει υποκείμενο, το οποίο διαμορφώνει με μια εξωτερική παρέμβαση, και όχι ως έναν πολιτικά και ηθικά ώριμο και υπεύθυνο μακροχρόνιο παίκτη της ταξικής πάλης.
Τρίτον, γιατί το κόμμα νέου τύπου ενέχει, ακόμη και στην δημοκρατική εκδοχή του συγκεντρωτισμού επί Λένιν, ισχυρά εξουσιαστικά, νεοαυταρχικά και πειθαρχικά στοιχεία.
Τέταρτον και όχι πιο ασήμαντο, διότι το κόμμα νέου τύπου έχει φθαρεί ιστορικά στη συνείδηση των εργατών στη Δύση, σε μεγάλο βαθμό από την πολυετή σταλινική του κωδικοποίηση, εφαρμογή και ερμηνεία.

  1. Η ήττα του «νέου ρεφορμισμού» ως αντικειμενική ήττα της ευρωπαϊκής εργατικής τάξης

Αξίζει να επισημανθεί το γεγονός ότι η πρόσφατη ήττα της Ευρωαριστεράς ως προς την επαγγελία της να καταργήσει τον νεοφιλελευθερισμό και τα μνημόνια (κατάρρευση και προδοσία του ΣΥΡΙΖΑ, υποχώρηση σχετική της ορμής των Podemos, αποδοχή του στρατιωτικού νόμου από το κόμμα Μελανσόν στην Γαλλία, αμφίβολης αξίας κυβερνητικό πείραμα μαζί με τους σοσιαλιστές στην Πορτογαλία για να πάρουμε ορισμένα σημαντικά παραδείγματα σε ευρωπαϊκή κλίμακα) δεν πρέπει να εκληφθεί ως μια ήττα αποκλειστικά του ρεφορμισμού ή της σοσιαλφιλελεύθερης Αριστεράς, η οποία αφήνει αλώβητους τους «συνεπείς επαναστάτες» ή την υποτιθέμενη επαναστατικότητα σε διαρκή βάση της εργατικής τάξης. Είναι ανόητο να λέμε συνέχεια ότι η εργατική τάξη για άλλη μια φορά χειραγωγήθηκε, κοροϊδεύθηκε, διαψεύσθηκε κλπ, χωρίς να ορίζουμε ποιες ήταν οι αριστερές και κινηματικές αντιστάσεις σε αυτήν την πολιτική και γιατί και αυτές ηττήθηκαν ή διαψεύσθηκαν (λ.χ. ποιες είναι ακριβώς οι ευθύνες της αριστερής αντιπολίτευσης του ΣΥΡΙΖΑ ως το καλοκαίρι του 2015). Όπως ακριβώς συνέβη και με το τείχος του Βερολίνου το ’89, δεν ηττήθηκε μια μορφή Αριστεράς ή κομμουνισμού με τρόπο που να επιβεβαιώνει τις συνεπείς και επαναστατικές αριστερές φωνές και τάσεις. Το τείχος έπεσε ξανά στα κεφάλια όλων μας.

Από αυτήν την άποψη, η ήττα της ρεφορμιστικής ή της σοσιαλφιλελεύθερης Αριστεράς στην Ελλάδα επικάθεται σωρευτικά πάνω στην αντικαπιταλιστική ή επαναστατική εκδοχή της Αριστεράς (αν υποθέσουμε ότι υπάρχει), της πλακώνει το στήθος και αυξάνει το ιστορικό βάρος επί αυτής και επί της εργατικής τάξης συνολικότερα. Αυτό που καταγράφεται είναι για άλλη μια φορά το ότι η τάξη «προδόθηκε» από τους ηγέτες της, υπό συνθήκες, όμως, που ήταν αρκετά σαφείς και συνειδητές στο πιο προχωρημένο τμήμα της μορφωτικά, πολιτικά και οργανωτικά (όπως καταγράφηκε και στο δημοψήφισμα του Ιουλίου) και, συνεπώς, η αποτυχία αυτή χρεώνεται και στην αποτυχία ή ανωριμότητα ή απροθυμία αυτού του τμήματος του λαού να αντισταθεί οργανωμένα για να ανατρέψει αυτήν την πολύ δυσμενή εξέλιξη. Οι ευθύνες των ηγετών υπάρχουν αλλά δεν αρκούν. Κάθε άλλη εκδοχή είναι, κατά την γνώμη μου, υποτιμητική και «καποραλιστική» έναντι της πραγματικής εργατικής τάξης, είναι μια λογική μόνιμης εφηβοποίησης της εργατικής τάξης, υπό τον έλεγχο των πάντοτε σοφών ηγεσιών της.

Όμως, το να ενισχυθεί και να ριζώσει στα εργατικά και λαϊκά στρώματα η αντίληψη ότι δεν μπορεί να εφαρμοσθεί ένα πραγματικά ριζοσπαστικό πρόγραμμα διακυβέρνησης σε κυβερνητίστικη βάση ερήμην των αγώνων του κινήματος και ερήμην των πραγματικών ταξικών συσχετισμών μόνο με βάση την κοινοβουλευτική επικράτηση θα μπορούσε να είναι μια θετική ιστορική πρόκληση και ένα θετικό ιστορικό μάθημα μέσα από το έδαφος της ήττας. Και αυτό και μόνο αν προκύψει μεσοπρόθεσμα, θα είναι ένα σημαντικό πολιτικό κέρδος.
6. Οι κομμουνιστές μετά το Διαφωτισμό;

Η αποτυχία της Αριστεράς του ΣΥΡΙΖΑ και της Ευρωαριστεράς απέναντι στο πλέγμα κεφάλαιο-ΕΕ, η κρίση των δυτικών αξιών και η άνοδος φαινομένων οικουμενικού μηδενισμού όπως το ISIS ενισχύουν την ιστορική αίσθηση ότι «μπορεί» να βρισκόμαστε στο άκρο όριο μιας εξόδου από το Διαφωτισμό διεθνώς και μιας νεοβάρβαρης και σκοταδιστικής νεομεσαιωνικής περιόδου, στο όριο της οριστικής παρακμής της Δύσης. Στην περίοδο αυτήν, αν έτσι εξελίσσονταν τα πράγματα, είτε ο καπιταλισμός θα γνώριζε μια αντιδιαφωτιστική και νεοβάρβαρη μετάλλαξή του είτε θα τον διαδεχόταν ένα άλλο νεοβάρβαρο κοινωνικό σύστημα, το οποίο δεν μπορούμε να φανταστούμε ακόμη (βλ. και τις αναλύσεις του Ιμ. Βαλλερστάιν). Βεβαίως, στο σημείο όπου είμαστε, όλα αυτά είναι ακόμη απλές ιστορικές υποθέσεις, που όμως πατάνε πάνω σε μια υπαρκτή ήδη στρέβλωση του Διαφωτισμού ως συστήματος που ζητά τον ανεξέλεγκτο έλεγχο/κυριαρχία πάνω στον άνθρωπο και την φύση αλλά και σε ένα ισχυρό αντιδιαφωτιστικό πολιτισμικό ρεύμα.

Αν αυτή η εξέλιξη προχωρούσε, τότε πράγματι η ήδη όχι πολύ εύρωστη υπόθεση του καπιταλισμού ως εργαστηρίου της αντικαπιταλιστικής ανατροπής και της επανάστασης των εργατών του θα κατέρρεε ολοκληρωτικά. Χωρίς την ισχυρή ιδέα της βελτίωσης ή και της εκ βάθρων αλλαγής της κοινωνίας η κοινωνική επανάσταση είναι αδύνατη ιστορικά, καθώς είναι μια ιδέα εγγεγραμμένη, ενύπαρκτη και εγγενής στο Διαφωτισμό, έστω ως η ακραία εκδοχή του.

Επιπλέον, ο άγριος και αδιέξοδος σχετικά νεοφιλελευθερισμός, στον οποίο ζούμε, ως σύμπτωμα του κινδύνου εξόδου από τον Διαφωτισμό, εμπερικλείει κοινωνικά ως τάση και την καταστροφή ή διάλυση των κοινωνικών τάξεων ως συλλογικών οντοτήτων με μια ορατή υποκειμενική ταυτότητα, όπως άλλωστε και την καταστροφή των δημοκρατικών εθνών-κρατών, πράγμα που είναι πολύ αρνητικό αλλά και εννοιολογικά πολύ διάφορο από το περιορισμένο έθνος της αστικής τάξης (βλ. και σε Μ. Μανν τ. Β’ οπ.π., το έθνος-κράτος ως διαταξική πολιτική κοινότητα έπεται του περιορισμένου πληθυσμιακά αποκλειστικού «έθνους» των ιδιοκτητών). Η τάση αυτή αφορά πρωτίστως την εργατική τάξη. Τόσο στο επίπεδο της πληβειοποίησης ενός σημαντικού τμήματός της με την μαζική ανεργία και την μαζική καταστροφή των παραγωγικών δυνάμεων και δεξιοτήτων. Όσο και στο επίπεδο της οριστικής δυνάμει κατάργησης του ιδιαίτερου πολιτισμού της μέσα από την «μαζοποίηση» και την εξατομικευτική/καταναλωτική λειτουργία των μηχανισμών μαζικής επικοινωνίας. Αλλά και οι λοιπές τάξεις , συχνά, μπαίνουν στην διαδικασία της πληβειοποίησης (από μια φιλελεύθερη σκοπιά, η έννοια της «πληβειοποίησης» ή «οχλοποίησης» ως κοινωνικού ξεριζώματος έχει περιγραφεί από την Χ. Άρεντ στο κλασσικό έργο της “Origins of totalitarianism”). Οι μικροαστικές και μεσαίες τάξεις στη σύγχρονη Ελλάδα καταστρέφονται μαζικά (δες το θέμα της άρσης της μικρής και μεσαίας ιδιοκτησίας) χωρίς, ακριβώς, να προλεταριοποιούνται: μετατρέπονται βασικά σε έναν κοινωνικό χυλό και όχι σε μια συγκεκριμένη μορφή εργατικής τάξης, σε μια «μικροαστική σκόνη», που αύριο μπορεί να στηρίξει, όπως και στην Βαϊμάρη, κάθε δυνατό ολοκληρωτισμό, αν δεν προσχωρήσει σε μια εργατική συλλογικότητα. Επίσης, τμήμα των αρχουσών τάξεων στην Δύση βαίνει προς μια μαφιοζοποίηση/ εγκληματοποίηση, ενώ ένα τμήμα των αρχουσών και μεσαίων τάξεων μέσα από τον πόλεμο στην Μέση Ανατολή «καταστρέφεται» και προσφυγοποιείται, χωρίς ακόμη να έχει προσδιορισθεί η αντικειμενική του ταξική θέση στις κοινωνίες της Δύσης, όπου και καταφεύγει.

Όμως, ακόμη και σε αυτό το φουτουρολογικό σενάριο, της εξόδου από τον Διαφωτισμό, η ύπαρξη των κομμουνιστών σε πλανητική κλίμακα θα ήταν όχι μόνο δυνατή και υπερασπίσιμη αλλά και αναγκαία. Οι κομμουνιστές προυπήρξαν του διαφωτιστικού καπιταλισμού και μπορούν να υπάρξουν και μετά από αυτόν. Προυπήρξαν του καπιταλισμού και μπορούν να υπάρξουν και μετά από αυτόν. Πιθανόν και ως κοινωνικοπολιτικά δρώντες και όχι μόνο ως μια ακόμη θεολογική σέχτα. Κρατώντας και υπερασπίζοντας ότι θετικό έχει προσφέρει ο Διαφωτισμός (και ιδίως την ιδέα της εξισωτικής κοινωνίας), αντιπαλεύοντας και καταπολεμώντας τους μηχανισμούς της επελαύνουσας βαρβαρότητας, καπιταλιστικής ή μετακαπιταλιστικής. Ο ρόλος των κομμουνιστών, ακόμη και σε μια τέτοια τραγική ιστορική καμπή, θα ήταν –θέλω να πιστεύω- αναγκαίος και αναντικατάστατος.