20 Apr Το Αντιαυταρχικό Μαρξιστικό Ρεύμα (ΑΜΡ) και ο Σοσιαλισμός ως Έργο των Εργατών -Μια Επισκόπηση
Του Δημήτρη Μπελαντή

Ante Ciliga 1898-1992
Μπορεί, από ιστορική άποψη, το Αντιαυταρχικό Μαρξιστικό Ρεύμα, να μην κατάφερε να επικρατήσει στα πλαίσια της ιστορικής εξέλιξης του μαρξισμού, καθώς οι κρατιστικές μορφές της κλασσικής σοσιαλδημοκρατίας και του γραφειοκρατικού σοβιετικού μαρξισμού αντιστοιχήθηκαν πολύ «αποτελεσματικότερα» στην σύζευξη του μαρξισμού με την κυρίαρχη ιδεολογία και με τις «αναπτυξιακές ανάγκες», αλλά τελικά και με την κοινωνική πραγματικότητα, όπως αυτή εν τοις πράγμασι εξελίχθηκε. Ήταν αυτό, όμως, που παρέμεινε συνεπές με την επαγγελία του Μαρξ ότι η χειραφέτηση της εργατικής τάξης θα ήταν έργο της ίδιας και μόνο.
Το ΑΜΡ δεν υπήρξε ποτέ ένα ρεύμα απολύτως ενιαίο, αυτοπροσδιορισμένο και συνεκτικό, ούτε διαμόρφωσε κάποιαν διεθνή οργάνωση ούτε διαχωρίσθηκε ποτέ καθαρά οργανωτικά από τα υπόλοιπα σοσιαλιστικά ή κομμουνιστικά ρεύματα. Υπήρξε ένα ρεύμα, όμως, πολύ επιδραστικό στην κοινωνική φαντασία και την πράξη του εργατικού κινήματος ιδίως κατά τον εικοστό αιώνα. Υπήρξε πιο πολύ ένας αστερισμός συγγενικών ιδεολογικών και πολιτικών ρευμάτων και τάσεων, κοινωνικών κατευθύνσεων, ευαισθησιών, οργανώσεων ή τάσεων μέσα σε ευρύτερες πολιτικές οργανώσεις και κοινωνικά κινήματα. Αναφερόμαστε ειδικότερα στις επαναστατικές του πηγές και αναγνώσεις και όχι σε σοσιαλδημοκρατικές, ευρωκομμουνιστικές ή αριστεροφιλελεύθερες προσλήψεις περί του βαθμιαίου «δημοκρατικού σοσιαλισμού». Στον αντιαυταρχισμό δηλαδή εντός του πλαισίου του επαναστατικού μαρξισμού.
Ορισμένοι πολύ γενικοί αυτοπροσδιορισμοί του και ετεροπροσδιορισμοί του βοηθούν να οριοθετήσουμε αυτό το ιδεολογικό και αξιακό ρεύμα εντός του ιστορικού επαναστατικού μαρξισμού. Βασικά του ενοποιητικά και προσδιοριστικά χαρακτηριστικά υπήρξαν:
Α. Η προτεραιότητα της θέασης των κοινωνικών και παραγωγικών σχέσεων, των σχέσεων εξουσίασης και εκμετάλλευσης κάθε είδους και της αντίστασης σε αυτές καθώς και της πολιτικής πάλης των τάξεων, έναντι της εξύμνησης της συνεχούς συσσώρευσης, της «διόγκωσης και γιγάντωσης των παραγωγικών δυνάμεων» και της υπεροχής της τεχνοκρατίας καθώς και της λεγόμενης «επιστημονοτεχνικής επανάστασης».
Υπό την παραπάνω έννοια, το ΑΜΡ τάχθηκε κατά της «λατρείας της εκβιομηχάνισης και της Προόδου» και της «ταχείας και εντατικής ανάπτυξης» είτε της κλασσικής σοσιαλδημοκρατίας είτε της κυρίαρχης τάσης του οικονομισμού και του παραγωγισμού εντός του σοβιετικού μαρξισμού. Αμφισβήτησε την εργαλειακή όψη του Διαφωτισμού, ενώ προέτεινε εμφατικά την συλλογική χειραφέτηση. Η ανατροπή των σχέσεων παραγωγής και εξουσίας θα καθόριζε την σοσιαλιστική ποσοτική ανάπτυξη και όχι το αντίθετο. Υπό την παραπάνω έννοια, το ΑΜΡ συνδέεται θεωρητικά και με τον μαρξισμό της Πολιτιστικής Επανάστασης στην Κίνα, αν και πολύ κριτικά όσον αφορά την εφαρμογή της, συνδέεται κριτικά με τον ιταλικό εργατισμό και Αυτονομία, συνδέεται με τα ρεύματα του «Σοσιαλισμού ή Βαρβαρότητα» των Κ. Καστοριάδη – Κ. Λεφόρ και την Καταστασιακή Διεθνή γύρω από τον Γκυ Ντεμπόρ και άλλους, συνδέεται, επίσης, με το ρεύμα του Μπουχάριν στον σοβιετικό κομμουνισμό και με το ρεύμα Σαρλ Μπετελέμ στον γαλλικό μαοΐζοντα νεομαρξισμό -καθώς και με το σπουδαίο διανοητικό ρεύμα της Μηνιαίας Επιθεώρησης στις ΗΠΑ. Ομοιότητες υπάρχουν και με ορισμένες τάσεις, οργανώσεις και προσωπικότητες του τροτσκισμού, που όμως «αποστάτησαν», «αποσκίρτησαν» απομακρύνθηκαν αργά ή γρήγορα σημαντικά από τον Προφήτη και τους ορθόδοξους «απογόνους» του Προφήτη και τις κατά το πλείστον μπαγιάτικες και θνησιγενείς πολλαπλές Τέταρτες Διεθνείς. Τάσεις τροτσκιστογενείς αρχικά, αλλά ρηξικέλευθες όπως το POUM, όπως ο Πάμπλο, όπως ο CLR James και η Raya Dunayevskaya στον αγγλοσαξωνικό χώρο και ιδίως στις ΗΠΑ των δεκαετιών 1950 και 1960, όπως η ομάδα Solidarity στην Βρετανία του 1960 και 1970, όπως ο εξαιρετικός αγωνιστής και συγγραφέας Βίκτορ Σερζ που και αυτός, μέσα από την πολιτική εμπειρία του και το θαυμάσιο έργο του, υπερέβη τις αδυναμίες και τα όρια του τροτσκισμού. Το ρεύμα του Τόνυ Κλιφ είχε αρχικά κάποιες ομοιότητες με αυτόν τον προσανατολισμό, αλλά κερδήθηκε σημαντικά στην εξέλιξή του από μια μορφή τροτσκίζουσας και «μπολσεβίκικης λενινιστικής» ορθοδοξίας. Επίσης, προσωπικότητες όπως ο Ante Ciliga ή ο Boris Souvarine, προερχόμενες από τον τροτσκισμό, για μια περίοδο υπηρέτησαν πολύ σημαντικά τις αντιλήψεις του ΑΜΡ, ιδίως ο Ciliga. Οι επεξεργασίες αλλά και κοινωνικές παρατηρήσεις για τον σοβιετικό γραφειοκρατικό καπιταλισμό, όπως τις βίωσε και συνέταξε ο Ciliga ως κρατούμενος στα γκουλάγκ και τα απομονωτήρια της ΕΣΣΔ της δεκαετίας του 1930, όπως και η καταλυτική κριτική του στην εξουσία των Λένιν-Τρότσκυ, ως γενεσιουργό και ως εμβρυακή μορφή της ολοκληρωτικής εξουσίας του Στάλιν στο βιβλίο του «Το Ρωσικό Αίνιγμα», θα έπρεπε να διαβάζονται κατά προτεραιότητα από κάθε έντιμο μαρξιστή και μαρξίστρια σήμερα. Το ότι δεν συμβαίνει είναι ακόμη μια τρανή απόδειξη της παρακμής του μαρξισμού σήμερα ως μορφής κοινωνικής και πολιτικής συνείδησης και καθολικής αλλαγής του κόσμου, και όχι μόνο ως εργαλείου στενά «επιστημονικής» κατανόησης της κίνησης του καπιταλισμού. Που ούτε και εκεί τα πάει πολύ καλά ως απομονωμένη διανοητική πειθαρχία.
Είναι σαφές ότι η άρνηση της προτεραιότητας της ανάπτυξης πήγε μαζί με την εργατική αυτοδιεύθυνση και την άρνηση της μονοπρόσωπης διεύθυνσης στην παραγωγή, κόντρα στις πολιτικές του Λένιν το 1918-1921, αλλά και την στρατιωτικοποίηση της εργασίας και την εξύμνηση της εργασίας των σκλάβων εργατών από τον Τρότσκυ. Το ρεύμα αυτό, το ΑΜΡ, γεγονός που το φέρει κοντά και στον αναρχισμό και τον αναρχοσυνδικαλισμό, υποστήριξε πάντοτε την εργατική αυτοδιεύθυνση και αυτοδιαχείριση. Στην πρώιμη φάση της Σοβιετικής Ρωσίας, στην Ισπανία της επανάστασης του 1936-1937, στην Κίνα της Πολιτιστικής Επανάστασης, στην Αλγερία και την Γιουγκοσλαβία εν μέρει, στην Χιλή του 1973 και στην Ουγγαρία της εξέγερσης του 1956 εν μέρει, και αλλού. Και βέβαια στα αυτοδιαχειριστικά προτάγματα και πειράματα του Γαλλικού και Ευρωπαϊκού Μάη 1968, όπου μετέσχαν σαφώς και ετερόδοξα τροτσκιστικά και μαοϊκά ρεύματα, ή στα ακόμη πιο τολμηρά πειράματα των εργοστασιακών επιτροπών ελέγχου του Ιταλικού Θερμού Φθινοπώρου το 1969-1973. Αντιθέτως, οι απόψεις του Τρότσκυ και του ορθόδοξου τροτσκισμού συνέκλιναν με τον Στάλιν και στην μονοπρόσωπη διεύθυνση της παραγωγής, και στο μονοκομματικό κράτος, και στην απόρριψη της αυτοδιαχείρισης-ωσότου κατέστη «μόδα»-, και στην συστηματική χρήση καπιταλιστικών εργαλείων πρωταρχικής συσσώρευσης, όπως ο ταιηλορισμός και η καταναγκαστική-δουλική εργασία, και στην υπερεκβιομηχάνιση-κολλεκτιβοποίηση ως βασικούς «σοσιαλιστικούς στόχους», με αποτέλεσμα η διαφωνία του τροτσκισμού με την βάρβαρη αναπτυξιακή πολιτική του Στάλιν το 1928-1933 να έχει καθαρά τακτικό χαρακτήρα, αντίθεσης στις αντιαγροτικές υπερβολές, στην προχειρότητα και κατασπατάληση των κοινωνικών και υλικών πόρων κ.λπ. Όσον αφορά δε την καταγωγή και την φύση της σοβιετικής γραφειοκρατίας, οι ολιγωρίες του Τρότσκυ, πολιτικές και θεωρητικές, αποδεικνύουν την εν μέρει εσωτερικότητα της κριτικής του στο ρωσικό και διεθνές γραφειοκρατικό φαινόμενο, στην οικοδόμηση του οποίου συνέβαλε πολύ σημαντικά. Γι’ αυτό, άλλωστε, παρά την ηρωική πάλη του Τρότσκυ κατά της σταλινικής ηγεσίας και τον εξίσου ηρωικό του θάνατο για τις ιδέες του, δεν μπορούμε να εντάξουμε τον Τρότσκυ στον πυρήνα του αντιαυταρχικού μαρξιστικού ρεύματος ή σε μια μορφή αντιαυταρχικού κομμουνισμού. Ούτε ο ίδιος θα το επέλεγε άλλωστε.
Valerian Ossinsky-Obelensky 1887-1937

Στις πρόωρες αντιπολιτευτικές τάσεις των Μπολσεβίκων ως το 1921, θα δούμε έντονα τέτοιες αυτοδιευθυντικές σκέψεις, ιδίως στους Αριστερούς Κομμουνιστές των Μπουχάριν-Ράντεκ-Οσσίνσκυ του 1918 και το έντυπό τους Kommunist, στην Εργατική Αντιπολίτευση και την τάση Δημοκρατικού Συγκεντρωτισμού του 1920-1921 των Α. Κολλοντάι και Αλ. Σλιάπνικοφ και στην Ομάδα Εργατών του Εβγκένι Μιάσνικοφ. Όμως, η τάση εργατικής αυτοδιεύθυνσης στην πρόωρη περίοδο της ΕΣΣΔ ως το 1921 δεν χαρακτηριζόταν ακόμη από μια βαθιά κριτική στον ρόλο της τεχνικής και επιστήμης, παρά την σωστή άρνηση της μονοπρόσωπης διεύθυνσης. Ήταν νωρίς για κάτι τόσο ολοκληρωμένο.
Β. Το ρεύμα αυτό όσον αφορά τις αντιαυταρχικές τάσεις εντός των Μπολσεβίκων έχει σαφείς εκλεκτικές συγγένειες (“selective affinities”) με τους Σοσιαλεπαναστάτες στην Ρωσία και την πρώιμη Σοβιετική Ένωση, ιδίως τους Αριστερούς Σοσιαλεπαναστάτες, με τους Διεθνιστές Μενσεβίκους και με τους Ρώσους Αναρχικούς. Γενικότερα, όλα τα κοινοτιστικά και αυτοδιευθυντικά ρεύματα βρίσκονται κοντά στο ΑΜΡ, αν και με πολλές ιδιομορφίες, ετερογένειες και αποκλίσεις. Επίσης, μια σοβαρή απόκλιση ήταν η καθαρά εργατιστική και αντιαγροτική πολιτική και πρόσληψη αυτών των δημοκρατικών και αυτοδιευθυντικών ρευμάτων εντός των Μπολσεβίκων, αλλά όμως και των Μενσεβίκων και των εργατιστών Αναρχικών που δημιουργούσε μια βαθιά διαχωριστική γραμμή με ρεύματα αγροτικά αναρχικά όπως του Νέστορ Μαχνό ή και σοσιαλεπαναστατικά, τα οποία επέμεναν στην ανάπτυξη της κοινοτικής αυτονομίας και στον αγροτικό χώρο και το χωριό, γύρω από τον θεσμό του μιρ, της αγροτικής ρωσικής κοινότητας και της συνέλευσής της που ο Μαρξ είχε εκθειάσει πριν από τον θάνατό του το 1883, ως βασικό θεσμό παράκαμψης του καπιταλισμού στη Ρωσία και άμεσης μετάβασης της Ρωσίας στον Κομμουνισμό (αλληλογραφία του με ναρόντνικους, και ιδίως με την Βέρα Ζάσουλιτς).
Ομοίως, τα ρεύματα του συμβουλιακού κομμουνισμού, που στήριξαν την εργατική αυτοδιεύθυνση στην Ευρώπη κατά του «κομματικού εξουσιαστικού κομμουνισμού», όπως και οι πρώιμες Αντιπολιτεύσεις των Μπολσεβίκων το 1918-1923 ήταν σε ριζική αντίθεση προς τους αγρότες αδιακρίτως και προς την ΝΕΠ που την είδαν αποκλειστικά ως αστική παραχώρηση των Μπολσεβίκων στους «κουλάκους» ( όλοι οι αγρότες συλλήβδην θεωρούνταν »κουλάκοι» και δυνάμει καπιταλιστές ) και στους βιοτέχνες των πόλεων επί ΝΕΠ, που μόνο ως μικροκαπιταλιστές ή κυρίως ως μικροϊδιοκτήτες ατομικοί παραγωγοί και έμποροι εμφανίσθηκαν και υπήρξαν. Ένα άλλο πρόβλημα των Γερμανών και Ολλανδών συμβουλιακών κομμουνιστών υπήρξε η ευρεία θεωρητική υποταγή τους μέσω άλλου δρόμου στον οικονομισμό, αφού είδαν την αρνητική για αυτούς νίκη του αυταρχικού μπολσεβικισμού αυστηρά συναρτημένα με την χαμηλή ανάπτυξη του καπιταλισμού στην Ρωσία-θέση που θύμιζε τον μενσεβικισμό, και όχι με την ιδιομορφία της ταξικής πάλης κατά την Ρώσικη Επανάσταση. Αντιθέτως, μέσα στον επίσημο μπολσεβικισμό, ο Μπουχάριν και η λεγόμενη Δεξιά Αντιπολίτευση κινήθηκαν αρκετά κοντά στο ΑΜΡ, υποστηρίζοντας την κοινωνική αυτονομία των αγροτών από το κράτος και την εργατοαγροτική συμμαχία ως θετική παρακαταθήκη της αντίληψης του Λένιν για τον συνεταιρισμό (1923) και ως αναγκαία κοινωνική βάση για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ.
Παρ’ όλα αυτά, οι πιο οξυδερκείς στοχαστές μέσα στον συμβουλιακό κομμουνισμό, όπως ιδίως ο Καρλ Κορς και λιγότερο ο Άντον Πάννεκοκ πήγαν πιο πέρα από τον ιδιόμορφο οικονομισμό, που γενικώς χαρακτήριζε τον συμβουλιακό κομμουνισμό ( «η δυτική Ευρώπη θα γεννήσει την γνήσια εργατική επανάσταση στην θέση της ασιατικής δεσποτικής Ρωσίας που γεννά τον κρατικό καπιταλισμό ως προϊόν της καθυστέρησης»), και κινήθηκαν προς έναν μαρξισμό του Πράττειν και του ελεύθερου συλλογικού χειραφετητικού υποκειμένου.
Γ. Το ζήτημα της εργατικής/σοσιαλιστικής δημοκρατίας και πολυφωνίας και της δημοκρατικής – πολυφωνικής θεσμικής συγκρότησης της σοσιαλιστικής εξουσίας ως ζήτημα αξιών και στρατηγικής και όχι μόνο ως τακτικό ζήτημα μέσα στο κόμμα, πρακτική που, δυστυχώς, ακολούθησε λ.χ. το τροτσκιστικό ρεύμα στην ΕΣΣΔ.Ο σοσιαλισμός θα ήταν από τα κάτω και μέσα από δημοκρατικές συλλογικές διαδικασίες ή δεν θα γεννιόταν ποτέ. Οι φορείς της αντίληψης αυτής έβλεπαν ως μη αναγκαία αλλά και ως βλαπτική την ύπαρξη ενός μονοκομματικού κράτους, που θα στραγγάλιζε τα σοβιέτ και τις εργοστασιακές επιτροπές και την πολιτική ελευθερία έκφρασης. Επίσης, υποστήριζαν την πολυφωνική ελευθερία πολιτικής έκφρασης, τουλάχιστον μέσα στο φάσμα των αντικαπιταλιστικών και σοσιαλιστικών αντιλήψεων. Και πάλι. όμως, ορισμένες πρώιμες Αντιπολιτεύσεις των Μπολσεβίκων, όπως η Εργατική Αντιπολίτευση, δεν μπορούσαν να συνδέσουν την υποστήριξη της αυτοδιεύθυνσης κι της δημοκρατίας στο κόμμα των
Μπολσεβίκων με την αναγκαία ύπαρξη περισσότερων νομίμων σοβιετικών κομμάτων όπως επίσης και με την σωστή γραμμή των επαναστατών ναυτών της Κρονστάνδης το 1921 για το μη μονοπώλιο των κομμουνιστών στο θεσμικό σύστημα των σοβιέτ. Ακόμη πιο μακρυά ήταν οι ορθόδοξοι Αριστεροί Αντιπολιτευόμενοι γύρω από τον Τρότσκυ, που πάλεψαν για την δημοκρατία μέσα στο κόμμα, αλλά ποτέ δεν διανοήθηκαν ότι το σοβιετικό σύστημα θα εκδημοκρατιζόταν συνολικά, και θα μπορούσε να χωρέσει αποδεκτά και άλλα σοσιαλιστικά κόμματα, όπως οι Αριστεροί Μενσεβίκοι οι Αριστεροί Εσέροι και οι Αναρχικοί. Ούτε και κατανόησαν ποτέ πλήρως τις αρνητικές όψεις της διάλυσης της Συντακτικής Συνέλευσης των 1.1918, που δεν υποκατέστησε την Συντακτική με τα σοβιέτ, αλλά μόνο με την πρωτοκαθεδρία των Μπολσεβίκων στα σοβιέτ, ωσότου έγιναν τα σοβιέτ, τα συνδικάτα κ.λπ. θεσμικοί αχυράνθρωποι του μοναδικού κόμματος. Εδώ πρέπει να συναρτηθεί το ζήτημα της αντίληψης του μοναδικού ιεραρχικού επαναστατικού κόμματος ως του μόνου δυνατού Οχήματος της Ιστορίας. Υποκαθιστώντας την αυτόνομη εργατική τάξη, η οποία ήταν μόνο το υποστήριγμα του Κόμματος ως του αποκλειστικού Ιστορικού Υποκειμένου και Οχήματος της Ιστορικής Κίνησης.

Αλεξάνδρα Κολλοντάι 1872-1952

Ρόζα Λούξεμπουργκ 1871-1919
Η χειραφέτηση των εργατών, αντίθετα προς τον Μαρξ, θα ήταν, κατά τον μπολσεβικισμό, όπως εξελίχθηκε τουλάχιστον, έργο όχι των ιδίων αλλά του πρωτοπόρου κόμματός τους, που μόνο αυτό ήταν έγκυρος φορέας της Ταξικής τους Συνείδησης. Από κάποιαν στιγμή και πέρα, οι Αριστεροί Σοσιαλεπαναστάτες και οι Αναρχικοί συνειδητοποίησαν το πρόβλημα, αλλά ήταν ήδη αργά γι’ αυτούς: ο πολιτικός χρόνος τους είχε τελειώσει. Προφανώς, το ρεύμα της Ρόζα Λούξεμπουργκ και οι οπαδοί της στον Σπάρτακο και το ΚΚ Γερμανίας στην αρχική του φάση, αναμετρήθηκαν σοβαρά με αυτό το ζήτημα της σοσιαλιστικής δημοκρατίας, με αφετηρία την κριτική της Λούξεμπουργκ στο Κόμμα Νέου Τύπου του Λένιν το 1904, αλλά και στην οξεία κριτική της στην εξουσία των Λένιν – Τρότσκυ το 1918 (Βιβλίο «Η Ρωσική Επανάσταση»). Αυτή η παράδοση επανήλθε πολύ αργότερα και ολοκληρωμένα και με το έργο κριτικής του Νίκου Πουλαντζά στον σοβιετικό αυταρχισμό και ολοκληρωτισμό αλλά και στην ύστερη φάση του μνημειώδους έργου του Σαρλ Μπετελέμ για τους Ταξικούς Αγώνες στην ΕΣΣΔ (ιδίως Τόμος 3-4).
Πλην, όμως, η ήττα της σοσιαλιστικής επανάστασης ιδίως στην Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη το 1918-1923, δεν άφησε κανένα πεδίο εφαρμογής στον λουξεμπουργκισμό. Οι αριστεροί και δεξιοί λουξεμπουργκιστές ( από το «εξτρεμιστικό» KAPD ως τον μετριοπαθή λουξεμπουργκιστή Πάουλ Λέβι) τσακίστηκαν από την μονοχρωμία της υποχρεωτικής μπολσεβικοποίησης των ΚΚ, της υποταγής στο μόνο νικηφόρο ΚΚ της Σοβιετικής Ένωσης και στην υποτελή σε αυτό από ένα χρονικό σημείο και μετά Κομμουνιστική Διεθνή, στην οποία υποταγή συνέτειναν ακόμη και ανοιχτόμυαλοι και δημιουργικοί κομμουνιστές όπως ο Αντόνιο Γκράμσι. Ουσιαστικά, η επιβολή του ενός και μόνου «σοφού» επαναστατικού κόμματος του τύπου των Μπολσεβίκων στο εργατικό κίνημα στα αριστερά της σοσιαλδημοκρατίας υπήρξε βασικό βήμα στην γραφειοκρατικοποίηση του ΚΚ και στην μετάβαση από έναν αυταρχικό αλλά ακόμη ελεγχόμενο και αντιφατικό λενινισμό σε έναν συντριπτικά ασφυκτικό από τα πάνω προς τα κάτω σταλινισμό.
Παρ’ όλα αυτά, δόθηκε μια μεγάλη μάχη και εντός των ΚΚ την δεκαετία του 1920 για την άμβλυνση τουλάχιστον αυτής της σιδερένιας ολιγαρχικής στροφής στο ΚΚ όπου συνέβαλαν για τακτικούς ή στρατηγικούς λόγους -κυρίως τακτικούς- και οι «Αριστερές» τροτσκιστικές Αντιπολιτεύσεις καθώς και οι «Δεξιές» Μπουχαρινικές. Οι τελευταίες ήταν ίσως και κάπως πιο ειλικρινείς στον αντιολιγαρχισμό τους, καθώς είχαν και μεγαλύτερη επαφή με το κόμμα στην βάση του και την μεσαία στελέχωσή του, καθώς και με την σοβιετική κοινωνική πραγματικότητα.

Andres ή Andreu Nin 1892-1937
Εδώ αξίζει να παρατηρηθεί ότι σε αντίθεση με τον κλασσικό ορθόδοξο τροτσκισμό, το ισπανικό-καταλανικό κόμμα POUM και ο ηγέτης του Αντρές Νιν είχαν μια εξαιρετικά προωθημένη αντίληψη του σοσιαλιστικού πλουραλισμού χωρίς διοικητικούς αποκλεισμούς και απαγορεύσεις σοσιαλιστικών κομμάτων, πράγμα πρωτόγνωρο για την εποχή εκείνη, πλουραλισμού, μάλιστα, που θα περιλάμβανε και τους σοσιαλιστές και κομμουνιστές αλλά και τους αναρχικούς καθώς και τις συνδικαλιστικές ομοσπονδίες, μέσα στο θεσμικό του πλαίσιο ως βάσης της εργατικής εξουσίας. Η θέση τους τους αυτή τούς έκανε κόκκινο πανί για την ΕΣΣΔ και το ΚΚ Ισπανίας ως φορέα της σοβιετικής γραφειοκρατίας στην Ισπανία. Ένας λόγος παραπάνω για να εξοντωθούν πολιτικά. Από πολλές απόψεις, το άγνωστο έργο του Νιν για την θέσμιση της σοσιαλιστικής δημοκρατικής εξουσίας είναι ένας χαμένος κρίκος ανάμεσα στην Ρόζα Λούξεμπουργκ και στο έργο του Νίκου Πουλαντζά και του Σαρλ Μπετελέμ ως μια εκδοχή ή του Κορνήλιου Καστοριάδη ως μια άλλη.
Δ. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι Αναρχικοί και Αναρχοσυνδικαλιστές επαναστάτες του εικοστού αιώνα καταπολέμησαν τον εξουσιασμό του σοβιετικού μαρξισμού ή τη δυτικής σοσιαλδημοκρατίας, με μεγάλες ατομικές και συλλογικές θυσίες και εντιμότητα και στάθηκαν πολύ κοντά συχνά σε όψεις του ΑΜΡ. Όμως, όπως επισημαίνει ο Μπετελέμ αλλά και άλλοι συγγραφείς, οι Αναρχικοί παρά την αυτοθυσία τους δεν είχαν να αντιπροτείνουν μια πειστική αντιδιαμόρφωση της σοσιαλιστικής δημοκρατίας. Πόσο μάλλον που θεωρούσαν -πολύ εσφαλμένα- ότι ένας σχηματισμός χιλιετιών όπως το κράτος μπορούσε όχι να αποδυναμωθεί και μαρανθεί βαθμιαία αλλά έπρεπε να καταλυθεί την «στιγμή» ή την επόμενη ημέρα της κοινωνικής επανάστασης.
Η έλλειψη μιας συνεκτικής θεωρίας και ρεαλιστικής αντίληψης και πρακτικής των Αναρχικών σε αυτό το ζήτημα αλλά και στο ζήτημα της πολιτικής σφαίρας συνολικότερα, του αφόπλισε και τους ξεγέλασε και έναντι των Μπολσεβίκων το 1917-1921 αλλά και των σταλινικών κομμουνιστών στην Ισπανία, την Γαλλία και αλλού. Επίσης, η απορία τους στο ζήτημα της σχέσης του εθνικισμού με την δημοκρατική και κοινωνική όψη της εθνικής κοινότητας ήταν καίριο λάθος τους, όπως επίσης και των ακραίων αντι-πατριωτών κοσμοπολιτών μαρξιστών, τροτσκιστών, μπορντιγκιστών ή άλλων. Αυτό δεν αναιρεί ότι πολλές προειδοποιήσεις του Μπακούνιν για τον μαρξισμό και τις κρατιστικές του τάσεις επιβεβαιώθηκαν πλήρως στον εικοστό αιώνα.

Raya Dunayevskaya 1910-1987

Νίκος Πουλαντζάς 1936-1979
Ε. Ο μακρύς «Μάης του 1968» και των δεκαετιών 1960 και 1970 στην Δύση και διεθνώς ήταν μια σπάνια στιγμή όπου συναντήθηκαν τα αντιιμπεριαλιστικά και αντιαποικιακά κινήματα του Τρίτου Κόσμου με έναν έντιμο και σχετικά αυτοδιευθυνόμενο μαρξισμό στην Δύση, που έβλεπε συνολικότερα το εξουσιαστικό φαινόμενο, ήταν πιο αυτοδιευθυντικός και δημοκρατικός-πολυφωνικός, αντιτεχνοκρατικός και μη οικονομίστικος, κριτικός στην εξέλιξη του σοβιετικού μαρξισμού. Στην εποχή αυτήν, τόσο ο αναρχισμός όσο και το ΑΜΡ άνθισαν παράλληλα, και γέννησαν σπάνια διανοητικά και πολιτικά επιτεύγματα. Όμως, ο Μάης ήρθε πολύ αργά ή πολύ νωρίς. Πολύ αργά με την έννοια ότι η επαναστατική ανάφλεξη στην Δύση δεν μπορούσε τότε να αποκτήσει πολύ μεγάλο και διαρκές κοινωνικό βάθος, από την στιγμή που η μεταπολεμική εργατική τάξης τη Δύσης, και όχι μόνο οι «προδότες ηγέτες» τους κατά μια πολύ επιφανειακή ανάλυση, είχαν πια πολύ περισσότερα να χάσουν παρά να κερδίσουν από μια ένοπλη επανάσταση έναντι του κοινοβουλευτικού αλλά και καταναλωτικού κράτους ευημερίας. Και που η πίστη στην επανάσταση είχε πάψει να είναι δυνάμει πλειοψηφική. Πολύ νωρίς, είτε με την έννοια ότι οι αξίες του Μάη θα μπορούσαν να επανέλθουν με ισχυρότερη κοινωνική εστίαση στο μέλλον, είτε πιο πιθανόν ότι το σχήμα των πολλαπλών εξουσιαστικών δομών και αντιστάσεων του Μάη, αποτυγχάνοντας για μια σειρά από λόγους να διαρρήξει στρατηγικά τον σύγχρονο καπιταλισμό, προσέφερε σημαντικές υπηρεσίες στις ταυτοτικές-εξατομικευτικές στρατηγικές του ύστερου καπιταλισμού και αποτέλεσε την εμβρυακή μορφή της woke κουλτούρας, του δικαιωματισμού, του μεταμοντερνισμού, της λατρείας της τεχνοκρατίας και της ανάδυσης της Τεχνητής Νοημοσύνης. Ο Μάης και νίκησε και ηττήθηκε. Νίκησε ως τάση εκσυγχρονισμού του καπιταλισμού, ηττήθηκε ως δύναμη ανατροπής του. Πιθανόν, όμως, για να βρεθούμε πιο κοντά στην οντολογία του Κοινωνικού Είναι, η ήττα του αυτή δεν ήταν μεν προδιαγεγραμμένη, αφού δεν υπάρχουν γραμμικές αιτιότητες και σιδερένιοι νόμοι της ιστορικής εξέλιξης, παρά μόνο ενδεχομενικές ιστορικές τάσεις, όμως το βάθος της τάσης προς την ήττα ερχόταν από πολύ παλιότερα, από την αποτυχία της επαγγελίας του Τρότσκυ το 1940 ότι η επέλευση ενός Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου θα γεννούσε νικηφόρες επαναστάσεις ακόμη και στον δυτικό κόσμο, διορθώνοντας τις ιστορικές ολιγωρίες και καθυστερήσεις της απομόνωσης και περικύκλωσης της επαναστατημένης Σοβιετικής Ρωσίας μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο (βιβλίο του τού 1939-1940 «Στην Υπεράσπιση του «Μαρξισμού»). Ως γνωστόν, κατά τον Τρότσκυ, η γραφειοκρατικοποίηση του κομμουνισμού στην ΕΣΣΔ ήταν κυρίως αποτέλεσμα της μη επέκτασης της επανάστασης στον αναπτυγμένο καπιταλιστικό κόσμο.
Στ. Δεν αναφερθήκαμε εκτενώς σε αυτό το ζήτημα, αλλά είναι προφανές ότι πρακτικά και από την άποψη της ιστορικής εμπειρίας δεν υπήρξαν, παρά την νίκη του «σταλινισμού», απόλυτα στεγανά ανάμεσα στο επίσημο Κομμουνιστικό Κίνημα και το ΑΜΡ και το τελευταίο διαπέρασε, ιδίως σε επαναστατικές περιόδους, και τις πρακτικές και πολιτικές οργανώσεις του επίσημου κομμουνισμού, ιδίως εκεί όπου και όσο αλληλεπιδρούσαν με μαζικές κοινωνικές πρακτικές.. Φαινόμενα σαν την πρώιμη περίοδο της Ρώσικης Επανάστασης, την Πολιτιστική Επανάσταση στην Κίνα, τις όψεις αυτοδιαχείρισης στην Γιουγκοσλαβία, σαν το ΕΑΜ, δεν θα μπορούσαν να γίνουν κατανοητά αν το επίσημο (φιλοσοβιετικό) ΚΚ είχε μείνει απόλυτα στεγανό προς το ΑΜΡ έστω δυνάμει. Όμως, στον μακρό χρόνο, το ΑΜΡ, αν και διήθησε τον επίσημο κομμουνισμό καθώς και την αριστερή τάση της σοσιαλδημοκρατίας, αν και επεκοινώνησε με τον αναρχισμό, δεν μπόρεσε να επικρατήσει. Στα πλαίσια, πάντως, αυτής της προβληματικής, ακόμη και το γεγονός ότι καθαρά φιλοσταλινικά ΚΚ ηγήθηκαν επιτυχημένων σοσιαλιστικών επαναστάσεων, διαρρηγνύοντας τον ομφάλιο λώρο με την Μόσχα και την στρατηγική της, οφείλει να μας προβληματίσει. Όπως, επίσης, από μια άλλη πλευρά, το γιατί εκφυλίσθηκαν αυτές οι προσπάθειες και επαναστατικά εγχειρήματα.
Ζ. Στην υποθετική περίπτωση που το ζήτημα της κοινωνικής επανάστασης θα μπορούσε να επανέλθει στο προσκήνιο στο μέλλον, οι αρχές και ιδέες του ΑΜΡ θα μπορούσαν και θα έπρεπε να αποτελέσουν μια πολύτιμη ιστορική, ιδεολογική και αξιακή στρατηγική παρακαταθήκη. Συγκοινωνώντας και με ό,τι υγιές και διορατικό υπάρχει και στην παράδοση του αναρχικού και αντιεξουσιαστικού ρεύματος. Σε πλήρη αντίθεση με μια εποχή όπως η σύγχρονη «Αριστερά», στην μεγάλη πλειοψηφία της, ακόμη και αν δεν έχει πλήρως προσαρμοσθεί στις ανάγκες του καπιταλιστικού συστήματος και του ιμπεριαλισμού, καλλιεργεί μια αγιογραφία των Ισχυρών Ηγετών και των παραδόσεών της και έχει αποσπασθεί ριζικά από την παράδοση της αυτοθέσμισης και του αυτοκαθορισμού των υποτελών τάξεων ώστε να πάψουν δι’ αυτού του τρόπου να είναι υποτελείς.

Κορνήλιος Καστοριάδης 1922-1997

Βίκτορ Σερζ 1890-1947
Χρήσιμες αναφορές και προσωπικότητες
-Ρόζα Λούξεμπουργκ
– Άντον Πάννεκοκ
-Καρλ Κορς
-Πάουλ Μάττικ
-Αλεξάνδρα Κολλοντάι
-Αλεξάντερ Σλιάπνικοφ
-Εβγκένι Μιάσνικοφ
-Κορνήλιος Καστοριάδης
-Kλωντ Λεφόρ
-Μώρις Μπρίντον
-Πάμπλο
-Μπορίς Σουβαρίν
– Ράγια Ντουναγιέβσκαγια
– C.L.R. James
– Νίκος Πουλαντζάς
-Αντρές Νιν
-Σαρλ Μπετελέμ
-Άντε Σίλιγκα
-Βίκτορ Σερζ

Σαρλ Μπετελέμ 1913-2007

C.L.R. James 1901-1989